Σύμφωνα με την πρόβλεψη που δημοσίευσε το SRF, περίπου το 45% των ψηφοφόρων τάχθηκε υπέρ της πρότασης, ενώ το 55% καταψήφισε το μέτρο.
Όπως σημειώνει το CNN, η επικείμενη απόρριψη της πρότασης δείχνει ότι η πλειοψηφία των πολιτών έδωσε προτεραιότητα στην οικονομική σταθερότητα και στις σχέσεις της χώρας με την Ευρωπαϊκή Ένωση, έναντι των ανησυχιών ότι η μετανάστευση ασκεί πιέσεις στις δημόσιες υπηρεσίες, αυξάνει τα ενοίκια και συμβάλλει στην άνοδο της εγκληματικότητας.
Να σημειωθεί ότι το δημοψήφισμα, το οποίο αρκετοί παρομοίασαν με το βρετανικό δημοψήφισμα για το Brexit το 2016, είχε προκαλέσει ανησυχία στον επιχειρηματικό κόσμο, καθώς υπήρχαν φόβοι ότι θα μπορούσε να οδηγήσει στον τερματισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας εργαζομένων μεταξύ της Ελβετίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του σημαντικότερου εμπορικού της εταίρου.
Η πρόταση, που προωθήθηκε από το δεξιό Ελβετικό Λαϊκό Κόμμα (SVP), προέβλεπε ότι ο πληθυσμός της χώρας δε θα πρέπει να υπερβεί τα 10 εκατομμύρια κατοίκους πριν από το 2050. Σε περίπτωση που το όριο αυτό ξεπερνιόταν για δύο συνεχόμενα έτη, η Ελβετία θα όφειλε να καταργήσει τη συμφωνία ελεύθερης μετακίνησης με την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ο Ουρς Μπίερι από τη δημοσκοπική εταιρεία GFS Bern εκτίμησε ότι η πρόταση απέτυχε επειδή, παρότι πολλοί πολίτες ανησυχούν για τη συνεχή αύξηση του πληθυσμού, δεν πείστηκαν από το συγκεκριμένο σχέδιο και φοβήθηκαν τις πιθανές συνέπειές του.
«Από την πρώτη στιγμή παρουσιάστηκε ως η “πρωτοβουλία του χάους”. Οι ψηφοφόροι ανησυχούσαν για τις αρνητικές επιπτώσεις που θα είχε στις σχέσεις της Ελβετίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά και στην αγορά εργασίας», δήλωσε χαρακτηριστικά και συμπλήρωσε ότι:
«Οι πολίτες ανησυχούν επίσης για ζητήματα όπως η επάρκεια προσωπικού στην υγεία και στη φροντίδα ηλικιωμένων. Επιπλέον, υπάρχει η αίσθηση ότι, στο σημερινό διεθνές περιβάλλον, δεν είναι συνετό για μια μικρή χώρα να ακολουθήσει μια τέτοια πορεία».
Μια πρόταση που χαρακτηρίστηκε «συνταγή του χάους»
Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της Ελβετίας ανέρχεται ήδη σε 9,1 εκατομμύρια κατοίκους και έχει αυξηθεί με πολύ ταχύτερους ρυθμούς σε σύγκριση με τις γειτονικές της χώρες. Οι αλλοδαποί αντιπροσωπεύουν σχεδόν το 28% του συνολικού πληθυσμού, ενώ οι επίσημες προβλέψεις εκτιμούν ότι ο αριθμός των κατοίκων θα φτάσει τα 10 εκατομμύρια στις αρχές της δεκαετίας του 2040.
Οι δημοσκοπήσεις προέβλεπαν ότι το αποτέλεσμα θα ήταν οριακό και η τελική εκτίμηση επιβεβαίωσε την τελευταία έρευνα της GFS Bern, σύμφωνα με την οποία η πρόταση θα απορριπτόταν με μικρή διαφορά.
Παρά ταύτα, όπως τονίζεται η σημαντική υποστήριξη που συγκέντρωσε η πρόταση αντανακλά τη γενικότερη ενίσχυση πολιτικών που επιδιώκουν τον περιορισμό της μετανάστευσης σε ολόκληρη την Ευρώπη. Σε προεκλογικές αφίσες υποστηριζόταν ότι μόλις το 10% των μεταναστών διαθέτει εξειδικευμένες δεξιότητες, ενώ διατυπώνονταν και αμφιλεγόμενοι ισχυρισμοί ότι οι αιτούντες άσυλο είναι πιθανότερο να διαπράξουν βιασμούς.
Από την άλλη πλευρά, οι πολέμιοι της πρότασης τη χαρακτήρισαν «συνταγή για χάος», υποστηρίζοντας ότι θα προκαλούσε σοβαρές αναταράξεις στις ελβετικές επιχειρήσεις, στην αγορά εργασίας και στις σχέσεις της Βέρνης με τις Βρυξέλλες.
Παράλληλα, αμφισβήτησαν κατά πόσο θα ήταν συνετό να έρθει η χώρα σε αντιπαράθεση με την Ευρωπαϊκή Ένωση μετά από ένα δύσκολο 2025, κατά το οποίο ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, επέβαλε τα υψηλότερα αμερικανικά δασμολογικά μέτρα στην Ευρώπη ειδικά για τα ελβετικά προϊόντα.
Ο Πάτρικ Λάιζιμπαχ, ειδικός σε θέματα μετανάστευσης στο think tank Avenir Suisse, εκτίμησε ότι οι οικονομικές ανησυχίες διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του αποτελέσματος, καθώς πολλοί πολίτες προβληματίζονταν για το πώς μια θετική ψήφος θα επηρέαζε την καθημερινότητά τους.
«Οι πολίτες αναρωτιούνται: “Ποιος θα με εξυπηρετεί στο εστιατόριο;” και “Ποιος θα με φροντίζει όταν γεράσω;”. Πρόκειται περισσότερο για ζητήματα προσωπικής ευημερίας και καθημερινής ζωής, τα οποία οδήγησαν πολλούς να απορρίψουν αυτή την πρωτοβουλία», ανέφερε ο Λάιζιμπαχ.






