Όταν ξέσπασε η σύγκρουση, οι αγορές προεξόφλησαν ένα σενάριο μεγάλης ενεργειακής κρίσης. Από τα Στενά του Ορμούζ διέρχεται υπό φυσιολογικές συνθήκες περίπου το 20% του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου. Ένα πλήρες κλείσιμο της διόδου θα μπορούσε να προκαλέσει εκτίναξη των τιμών, προβλήματα τροφοδοσίας και νέο κύμα πληθωρισμού σε Ευρώπη, Ασία και Ηνωμένες Πολιτείες.
Λίγες εβδομάδες αργότερα, η εικόνα αποδεικνύεται διαφορετική. Οι χώρες του Κόλπου, οι πετρελαϊκές εταιρείες, οι ναυλωτές και οι ναυτιλιακές επιχειρήσεις προσαρμόστηκαν πολύ ταχύτερα από ό,τι ανέμεναν οι αναλυτές. Μέρος των εξαγωγών μεταφέρθηκε μέσω αγωγών που παρακάμπτουν τα Στενά, ενώ αναπτύχθηκαν νέες πρακτικές μεταφόρτωσης φορτίων σε ανοιχτή θάλασσα.
Παράλληλα, ολοένα και περισσότερες ενδείξεις δείχνουν ότι σημαντικές ποσότητες πετρελαίου εξακολουθούν να εξέρχονται από τον Περσικό Κόλπο μέσω δεξαμενόπλοιων που ταξιδεύουν χωρίς ενεργοποιημένα συστήματα εντοπισμού ή πραγματοποιούν μεταφορτώσεις πλοίο προς πλοίο εκτός της επικίνδυνης ζώνης. Πρόκειται για ένα παράλληλο δίκτυο μεταφορών που επέτρεψε στη διεθνή αγορά να διατηρήσει μέρος της τροφοδοσίας της ακόμη και στις πιο δύσκολες στιγμές της κρίσης.
Οι εκτιμήσεις για τις πραγματικές ροές διαφέρουν. Ωστόσο, ακόμη και οι πιο συντηρητικοί υπολογισμοί δείχνουν ότι εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου συνεχίζουν καθημερινά να διακινούνται από την περιοχή. Αυτό εξηγεί γιατί οι διεθνείς τιμές δεν εκτοξεύθηκαν στα επίπεδα που πολλοί προέβλεπαν στην αρχή του πολέμου.
Την ίδια στιγμή, η ναυτιλιακή αγορά προετοιμάζεται για το ενδεχόμενο μιας πολιτικής συμφωνίας που θα επιτρέψει την πλήρη αποκατάσταση της κυκλοφορίας. Δεκάδες δεξαμενόπλοια έχουν ήδη συγκεντρωθεί γύρω από τον Περσικό Κόλπο, ενώ αρκετοί πλοιοκτήτες διατηρούν πλοία σε θέσεις αναμονής, προσδοκώντας αύξηση της ζήτησης μεταφορικής ικανότητας.
Η προσδοκία αυτή βασίζεται στο γεγονός ότι μεγάλες ποσότητες πετρελαίου παραμένουν αποθηκευμένες στις χώρες του Κόλπου. Σε περίπτωση ομαλοποίησης της κατάστασης, οι παραγωγοί θα επιδιώξουν να διοχετεύσουν γρήγορα αυτά τα αποθέματα στις διεθνείς αγορές, δημιουργώντας αυξημένες ανάγκες μεταφοράς και πιθανή άνοδο των ναύλων.
Ωστόσο, η επόμενη ημέρα δεν θεωρείται δεδομένη. Πολλοί πλοιοκτήτες εμφανίζονται επιφυλακτικοί, καθώς στο παρελθόν υπήρξαν ανακοινώσεις αποκλιμάκωσης που δεν κράτησαν παρά λίγες ώρες. Επιπλέον, η ακριβής μορφή που θα έχει μια συμφωνία μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης παραμένει ασαφής. Παρότι οι ΗΠΑ μιλούν για ελεύθερη ναυσιπλοΐα, ιρανικές πηγές αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο διατήρησης ελέγχων ή περιορισμών.






