Να έρθω εδώ, να βαδίσω σε τούτους τους δρόμους, να αντικρίσω τα πρόσωπα, να ζήσω αυτές τις στιγμές. Δεν ήμουν έτοιμος να φοβάμαι τη σκιά μου, να χάνω το νου μου στους κεντρικούς τους δρόμους, να διαβαίνω ασάλευτος μες στις άψυχες σορούς, να κοιτώ να ξεγλιστρήσω από τα τεντωμένα άκρα, να παρατηρώ τα άπραγα χέρια άβουλη, χωρίς καμία απολύτως έκφραση στο πρόσωπο. Δεν ήμουν έτοιμος να ζήσω αυτά τα χρόνια, αυτά τα ξενύχτια, αυτό το σκοτάδι το αλλοπρόσαλλο.
Θα πέσω πάνω σου στο δρόμο τυχαία. Γεια, πώς είσαι; Όλα καλά; Έτσι λέμε, τα ίδια, αντέχουμε, θα πεις. Θα πορευτούμε για λίγο μαζί. Δεν ήμουν έτοιμος γι’ αυτό, θα σκύψεις να μου πεις.