Το Bloomberg σχολιάζει πάντως πώς δεν πρόκειται για εύκολη υπόθεση. Αν και ο συλλογικός αμυντικός προϋπολογισμός της ΕΕ έχει σχεδόν διπλασιαστεί, φτάνοντας τα 400 δισ. ευρώ από το 2021, οι δαπάνες αυτές παραμένουν σε μεγάλο βαθμό ασυντόνιστες μεταξύ των 27 κρατών-μελών, σύμφωνα με προσχέδιο του σχεδίου που είδαν οι συνάδελφοί μου, Andrea Palasciano και Alberto Nardelli.
Για να φτάσει σε κατάσταση ετοιμότητας μάχης έως το τέλος της δεκαετίας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα προτείνει την έναρξη κοινών έργων για drones και αντιαεροπορική άμυνα μέσα στους επόμενους μήνες. Στόχος είναι να έχουν τεθεί σε εφαρμογή συντονισμένες προσπάθειες μέχρι τις αρχές του 2026, ώστε να προχωρήσουν μια σειρά από μεγάλα έργα. Ο τελικός στόχος είναι τα κράτη-μέλη της ΕΕ να προχωρούν σε κοινές αγορές για περίπου το 40% του αμυντικού εξοπλισμού τους μέχρι το τέλος του 2027 — ποσοστό υπερδιπλάσιο από το σημερινό.
Το διακύβευμα δεν είναι μόνο αν η Ευρώπη μπορεί να αντιμετωπίσει τη ρωσική απειλή, αλλά και αν οι μεγαλύτερες οικονομίες είναι έτοιμες να εκχωρήσουν μέρος του ελέγχου τους στα ζητήματα άμυνας, προς όφελος ολόκληρης της ηπείρου.
Η ΕΕ παραδοσιακά διαδραματίζει δευτερεύοντα ρόλο στην άμυνα, με τις εθνικές κυβερνήσεις και το ΝΑΤΟ να έχουν τον πρώτο λόγο. Αυτή η δυναμική έχει συμβάλει στον κατακερματισμό της ευρωπαϊκής πολεμικής βιομηχανίας. Η Γερμανία έχει τονίσει πως οι τελικές αποφάσεις πρέπει να παραμένουν στις εθνικές πρωτεύουσες.
Οι ηγέτες της ΕΕ θα συζητήσουν το σχέδιο στη σύνοδο κορυφής στις Βρυξέλλες την επόμενη εβδομάδα, γνωρίζοντας ότι ο Αμερικανός Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ παρακολουθεί στενά. Μόλις χθες δήλωσε ότι η Ισπανία θα έπρεπε «να τιμωρηθεί» για την αντίθεσή της στην αύξηση των αμυντικών δαπανών, προσθέτοντας ότι είχε εξετάσει το ενδεχόμενο επιβολής δασμών στα προϊόντα της.
Και φυσικά, το ζήτημα της χρηματοδότησης παραμένει από τις βασικές προκλήσεις. Η ΕΕ έχει ήδη εγκρίνει ταμείο ύψους 150 δισ. ευρώ για διάφορα έργα — κάτι που η Επιτροπή επιθυμεί να ολοκληρωθεί μέχρι το 2030. Το σχέδιο θα προτείνει επίσης τη δημιουργία ενός πρόσθετου ταμείου ύψους έως και 1 δισ. ευρώ μέσω της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων.





