“Το ΕΒΕΑ, πριν περίπου ένα χρόνο είχε κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου για την αδιέξοδη πολιτική που περιγραφόταν στο Μνημόνιο. Λίγους μήνες αργότερα, δυστυχώς δικαιωνόταν, καθώς αποδεικνυόταν στην πράξη ότι τα μέτρα που λήφθηκαν δεν επέφεραν κανένα θετικό αποτέλεσμα.
Γι’ αυτό και ζητήσαμε την αλλαγή των όρων του Μνημονίου, προτείνοντας συγκεκριμένες δράσεις, ως οφείλαμε από την θέση μας, αυτή του συμβούλου της Πολιτείας επί οικονομικών ζητημάτων.
Δυστυχώς και πάλι δεν εισακουστήκαμε, με την αιτιολογία ότι πρέπει να σεβαστούμε τις απαιτήσεις της τρόικας”αναφέρει ο κ. Μίχαλος, με αφορμή την τελευταία τοποθέτηση των εκπροσώπων της τροϊκας στη χώρα μας, αλλά και τη στάση που τήρησε η ελληνική κυβέρνηση.
Σύμφωνα με το ΕΒΕΑ, οι τελευταίες ανακοινώσεις των επικεφαλής της τροϊκας, θα πρέπει να έπεισαν και τους τελευταίους υποστηρικτές της εφαρμοζόμενης, σήμερα οικονομικής πολιτικής ότι η χώρα ακολουθεί, όχι μόνο λανθασμένη, αλλά και εξαιρετικά επικίνδυνη, πορεία.
Λανθασμένη, γιατί η οικονομική αυτή πολιτική δεν οδηγεί σε λύσεις, αλλά σε αδιέξοδα, δε δημιουργεί ελπίδες, αλλά ανάγκες νέων θυσιών και νέων αδικιών.
Επικίνδυνη γιατί με την πολιτική αυτή, όχι μόνον η ύφεση και η ανεργία διογκώνονται, η αποδιοργάνωση του παραγωγικού μας ιστού διευρύνεται και επιταχύνεται και η ανάπτυξη απομακρύνεται, αλλά κυρίως γιατί η κοινωνική συνοχή οδηγείται με βεβαιότητα πλέον, σε ρήξη καθώς οι αντοχές ευρύτατων κοινωνικών στρωμάτων, εξαντλούνται και ο επιχειρηματικός μας κόσμος αποδεκατίζεται.
Υπεύθυνη όμως για την κατάσταση αυτή δεν είναι μόνο η τρόϊκα, αλλά και αυτοί που αποδέχονται ανεδαφικές προτάσεις από παράγοντες που δε γνωρίζουν την ελληνική πραγματικότητα, ενώ αγνοούν τεκμηριωμένες εισηγήσεις των υπεύθυνων συμβούλων της κυβέρνησης όπως είναι τα Επιμελητήρια, τα οποία, μάλιστα υποβαθμίζουν συστηματικά, ενώ επιχειρούν και να τα απαξιώσουν θεσμικά.
Το ΕΒΕΑ έχει έγκαιρα και κατ’ επανάληψη επισημάνει λάθη και κινδύνους:
Τρεις εβδομάδες αργότερα, στις 2 Μαΐου, μετά τις εξαγγελίες των μέτρων από την κυβέρνηση, το ΕΒΕΑ είχε επισημάνει «Τα μέτρα που ανακοίνωσε η κυβέρνηση παραπέμπουν ευθέως στην παροιμία με το χότζα που ήθελε να κάνει οικονομία και άφηνε το γάιδαρό του νηστικό μέχρι που αυτός ψόφησε. Οι ευθύνες του σημερινού πρωθυπουργού είναι τεράστιες. Η χώρα δε χρειαζόταν έναν πρωθυπουργό και μια κυβέρνηση που θα έβαζε τους πάντες πάνω στο κρεβάτι του Προκρούστη και να κόβει ότι περισσεύει. Αυτό θα μπορούσε να το κάνει ο οποιοσδήποτε. Αυτή δεν είναι οικονομική πολιτική. Αυτή είναι μια λυσσαλέα επίθεση στην επιχειρηματικότητα, αλλά και στους εργαζόμενους και τους συνταξιούχους.
Σε επιστολή του προς τον κ. Πρωθυπουργό και τους αρχηγούς των πολιτικών μας κομμάτων, εν όψει της τελευταίας ΔΕΘ στις 26 Αυγούστου, είχε υπογραμμιστεί: «Όπως μέχρι σήμερα διαφάνηκε, το Μνημόνιο δεν αποτελεί συνολική μεταρρυθμιστική προσπάθεια, αλλά μια τοκογλυφική διαδικασία επιβολής εύκολων, ισοπεδωτικών και αναποτελεσματικών επιλογών, που, αντί να εκσυγχρονίζουν, κατεδαφίζουν, αντί να αναπροσανατολίζουν, αποσυνθέτουν και αντί να εξοικονομούν πόρους, προσθέτουν φτώχεια, διευρύνουν ανισότητες και αποδυναμώνουν ελπίδες και προοπτικές». Στο διαταύτα το ΕΒΕΑ τότε είχε καταλήξει «επειδή για τους λόγους αυτούς το Μνημόνιο αποτελεί τροχοπέδη ανάπτυξης και εξορθολογισμού, επιβάλλεται ή η άμεση απεμπλοκή από τους όρους του ή η ουσιαστική αλλαγή των όρων αυτών.
Δύο μήνες αργότερα, μετά τη διακαναλική, συνέντευξη του πρωθυπουργού, το ΕΒΕΑ στις 26 Οκτωβρίου είχε επισημάνει ότι: «Η επιχειρηματική κοινότητα και γενικότερα η κοινωνία δεν αντέχουν άλλες άσκοπες θυσίες. Επιζητούν η κυβέρνηση να ακούσει τις προτάσεις τους και να αλλάξει μίγμα πολιτικής για να μη μετατραπεί η χώρα σε ένα απέραντο φτωχοκομείο. Για τον επιχειρηματικό κόσμο, δεν πρέπει το Μνημόνιο να αποτελεί μήλο της έριδος και πεδίο αντιπαράθεσης μεταξύ των πολιτικών κομμάτων. Πρέπει οι πολιτικοί ταγοί της χώρας να ομονοήσουν και να προχωρήσουν, επιτέλους – είτε περιλαμβάνονται είτε όχι στο Μνημόνιο – οι μεγάλες μεταρρυθμίσεις που έχει ανάγκη η χώρα μας.
Απαιτείται η κυβέρνηση να αναλάβει τις ευθύνες της και να κατανοήσει ότι αυτή πρέπει να κυβερνά. Είναι αποκαρδιωτικό οι επιχειρηματίες να λαμβάνουν ως απάντηση – και μάλιστα από πρωθυπουργικά χείλη – στην πρότασή τους για μείωση της βαρύτατης φορολογίας, που συμπιέζει κάθε αναπτυξιακή προσπάθεια, ότι το αίτημά τους θα μπορούσε να το ζητήσει – από ποιον άραγε; - υπό την προϋπόθεση ότι οι ίδιοι θα δεσμευτούν για την καταβολή των φόρων που τους αναλογούν. Παραμένει, λοιπόν, επίκαιρο το ερώτημα «ποιος κυβερνά αυτή τη χώρα; Ο επιχειρηματικός κόσμος το μόνο που επιζητεί είναι μια πραγματικά εθνική πολιτική, που θα προάγει τα συμφέροντα της ελληνικής κοινωνίας και της επιχειρηματικότητας».