«Το χρονικό μιας προαναγγελθείσας καταιγίδας»
Υπενθυμίζεται ότι στις 29 Σεπτεμβρίου ανεξάρτητη επιτροπή έκρινε ένοχη την Μάντσεστερ Σίτυ για 114 κατηγορίες παραβίασης των οικονομικών κανονισμών της Πρέμιερ Λιγκ.
Στην πραγματικότητα, πρόκειται για το «χρονικό μιας προαναγγελθείσας καταιγίδας». Εύλογα, η ιστορικής σημασίας δικαστική απόφαση έχει δημιουργήσει «σκιές» στο πιο προβεβλημένο ποδοσφαιρικό πρωτάθλημα του πλανήτη, αφαιρώντας κάτι από τη «λάμψη» του, καθώς όποια και αν είναι τελικά η ποινή της Σίτυ πρακτικά η Πρέμιερ Λιγκ παραδέχεται ότι οι κανονισμοί της ήταν διάτρητοι. Πολλές ομάδες μάλιστα ετοιμάζουν αγωγές για αποζημιώσεις «μαμούθ» σε βάρος της Σίτυ λόγω αθέμιτου ανταγωνισμού.
Η καταδίκη όμως της Σίτυ καταδεικνύει ότι η «αποστείρωση» που προσπαθεί να επιφέρει η UEFA στο ποδόσφαιρο μέσω του υποκριτικού «No Politica» -της αποκοπής δηλαδή του παιχνιδιού από το ευρύτερο κοινωνικοπολιτικό και οικονομικό του συγκείμενο- καταρρέει με τον πλέον εμφατικό τρόπο. Και αυτό, γιατί η καταδίκη της ομάδας του Μάντσεστερ προκαλεί τριγμούς στις διμερείς διπλωματικές σχέσεις της Βρετανίας με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Πρόκειται για σχέσεις «ζωτικής» σημασίας και για τις δύο πλευρές μέσα σε ένα ολοένα και πιο αβέβαιο γεωπολιτικό περιβάλλον.
Η δήλωση στήριξης του Μπέρναμ και οι επικρίσεις της αντιπολίτευσης
Από το 2008, η Abu Dhabi United Group είναι ιδιοκτήτρια της Μάντσεστερ Σίτυ και τελεί υπό την ηγεσία του αντιπροέδρου του βασιλείου των ΗΑΕ, σεΐχη Μανσούρ μπιν Ζαγιέντ Αλ Ναχιάν.
Σε συνέντευξη που παραχώρησε εντός της βδομάδας στο BBC, ο Βρετανός πρωθυπουργός Άντι Μπέρναμ εξέφρασε ανοιχτά την έντονη ανησυχία του για την πιθανότητα αποχώρησης των συγκεκριμένων επενδυτών από τη Βρετανία μετά την καταδικαστική απόφαση, εξαίροντας τη συμβολή του ομίλου στην ανοικοδόμηση του σύγχρονου Μάντσεστερ και στη μετατροπή της τοπικής ομάδας σε ποδοσφαιρική υπερδύναμη.
Σύμφωνα με το Der Spiegel, η στάση του αυτή προκάλεσε έντονη κριτική από την πλευρά της αντιπολίτευσης τόσο από τους Συντηρητικούς (Torries), όσο και από τους Φιλελεύθερους Δημοκράτες για απόπειρα άσκησης πολιτικής πίεσης, ενώ υπήρξε δυσαρέσκεια και στους «κόλπους» του κυβερνώντος Εργατικού Κόμματος. Αντιδρώντας στις επικρίσεις, η Ντάουνινγκ Στριτ ανασκεύασε αργότερα επισημαίνοντας ότι «δεν πρέπει να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι οποιοσδήποτε βρίσκεται υπεράνω των κανόνων».
Τι πραγματικά διακυβεύεται
Όπως μεταδίδει το Bloomberg, κατά τη διάρκεια των τελευταίων πέντε ετών, τα ΗΑΕ έχουν επενδύσει περισσότερα από 30 δισ. λίρες σε στρατηγικούς τομείς της βρετανικής οικονομίας, μεταξύ των οποίων στην άμυνα, τις βιοεπιστήμες και την τεχνολογία.
Η άμυνα αποτελεί κεντρικό ζήτημα στις συνομιλίες μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου και ΗΑΕ, καθώς η ανάγκη για συνεργασία έχει ενταθεί λόγω του συνεχιζόμενου πολέμου και της ευρύτερης αναταραχής που έχει προκληθεί στη Μέση Ανατολή.
Από την πλευρά της, η Βρετανία παρείχε στρατιωτική υποστήριξη στα ΗΑΕ μετά τις αμερικανικές και ισραηλινές επιθέσεις κατά του Ιράν που πυροδότησαν την ανταπόδοση της Τεχεράνης.
Οι δύο χώρες επιθυμούν -όπως τονίζεται- «διακαώς» να διατηρήσουν την οικονομική τους συνεργασία, ενώ σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες έχει προγραμματιστεί για αυτό το μήνα μια επενδυτική σύνοδος κορυφής μεταξύ των δύο πλευρών.
Εν μέσω δε της έντονης γεωπολιτικής αβεβαιότητας, λόγω της στασιμότητας στις συνομιλίες ΗΠΑ-Ιράν και της διατήρησης των τιμών του πετρελαίου σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, δεν πρέπει κανείς να παραγνωρίζει και το ενεργειακό ζήτημα. Η Βρετανία αποτελεί καθαρό εισαγωγέα ενέργειας, τη στιγμή που τα ΗΑΕ αποτελούν σημαντική πετρελαιοπαραγωγό χώρα με κρίσιμα αποθέματα αργού.
Τα «σύννεφα» στις διμερείς σχέσεις
Σε αυτό το φόντο λοιπόν, η υπόθεση της Σίτυ έχει προκαλέσει -όπως επισημαίνει το Bloomberg- εκατέρωθεν δυσαρέσκεια. Αξιωματούχοι των Εμιράτων έχουν προειδοποιήσει τη βρετανική κυβέρνηση ότι η σοβαρότητα της δικαστικής απόφασης θα μπορούσε να υπονομεύσει τη διάθεσή τους να αναλάβουν στο μέλλον μεγάλες επενδυτικές δεσμεύσεις στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Από την άλλη πλευρά, Βρετανοί κυβερνητικοί αξιωματούχοι παρουσιάζονται εξίσου απογοητευμένοι από τη στάση των ομολόγων τους σε σχέση με το οικονομικό σκάνδαλο της Σίτυ, καθώς εκτιμούν ότι ορισμένοι στα ΗΑΕ γνώριζαν την έκταση των παραβάσεων του συλλόγου, ακόμη και ενώ επέμεναν ότι δεν υπήρχε τίποτα επιλήψιμο.
Την ίδια ώρα, παραμένουν επίσης «ανοιχτά» αμφιλεγόμενα ζητήματα που εκκρεμούν εδώ και καιρό, μεταξύ των οποίων ο φερόμενος ρόλος των ΗΑΕ στον εμφύλιο πόλεμο του Σουδάν και η αποτυχημένη προσπάθεια εξαγοράς της συντηρητικής εφημερίδας The Telegraph, η οποία υποστηριζόταν από τα Εμιράτα.
Να σημειωθεί ότι η δυσαρέσκεια αυτή εκδηλώνεται σε μια κρίσιμη χρονική στιγμή για τις σχέσεις Ηνωμένου Βασιλείου–ΗΑΕ.
Βάσει της αρχικής πενταετούς συμφωνίας, το κρατικό επενδυτικό ταμείο των ΗΑΕ, «Mubadala», του οποίου ηγείται ο πρόεδρος της Μάντσεστερ Σίτυ Χαλντούν Αλ Μουμπάρακ, δεσμεύτηκε να επενδύσει 10 δισ. λίρες σε βρετανικούς κλάδους, αν και το συνολικό ποσό έχει πλέον φτάσει σχεδόν τα 30 δισ. λίρες. Το ποσό αυτό αποτελεί ένα μικρό μόνο μέρος μιας παγκόσμιας επενδυτικής δέσμευσης: το Αμπού Ντάμπι, -όπου εδρεύουν κρατικά επενδυτικά ταμεία που διαχειρίζονται περιουσιακά στοιχεία άνω των 2 τρισ. δολαρίων-, σχεδιάζει να επενδύσει ακόμη 1,4 τρισ. δολάρια στις ΗΠΑ και έχει δεσμευτεί να επενδύσει 46 δισ. δολάρια στη Γερμανία.
Σημειώνεται ότι ο Μουμπάρακ είναι ένας από τους πλέον έμπιστους συμβούλους του προέδρου των ΗΑΕ και διευθύνων σύμβουλος του Mubadala.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι Financial Times, έφεραν στη δημοσιότητα ένα ακόμα κρίσιμο ζήτημα που περιπλέκει ακόμη περισσότερο την υπόθεση. Ο Μουμπάρακ συμπεριλήφθηκε το 2020 στον επίσημο κατάλογο του Ηνωμένου Βασιλείου με τους εγκεκριμένους διπλωμάτες. Αυτό του παρέχει αυτομάτως ασυλία από οποιαδήποτε ποινική έρευνα και, -στις περισσότερες περιπτώσεις-, τον προστατεύει -όπως σημειώνεται- από αστικές διαδικασίες στο έδαφος του Ηνωμένου Βασιλείου. Η διπλωματική ασυλία του Μουμπάρακ θα μπορούσε να περιπλέξει τις επακόλουθες νομικές ενέργειες κατά του συλλόγου, σύμφωνα με δικηγόρους, καθώς σε μεγάλο βαθμό προστατεύει ένα άτομο από αγωγές ή ποινικές διώξεις στη χώρα όπου υπηρετεί ως απεσταλμένος.
Κάθαρση για το ποδόσφαιρο ή κατήφορος χωρίς επιστροφή;
Όπως υπογραμμίζει ο αρθρογράφος του Guardian, Jonathan Liew, σε έναν κόσμο όπου ο ΟΗΕ έχει αποδυναμωθεί, όπου οι διακρατικές συμμαχίες έχουν σπάνια υπάρξει τόσο αδύναμες, η υπόθεση προσφέρει μια εναλλακτική οπτική απέναντι σε έναν κόσμο που ευθυγραμμίζεται ολοένα και περισσότερο γύρω από άξονες ωμής ισχύος και πλούτου.
«Άλλωστε, η γεωπολιτική, όπως και το ποδόσφαιρο, είναι σε μεγάλο βαθμό μια υπόθεση αποτελεσμάτων», όπως αναφέρει χαρακτηριστικά καταλήγοντας ότι:
«είναι προς το συμφέρον όχι μόνο των αντιπάλων της Σίτι και όχι μόνο του ίδιου του ποδοσφαίρου, αλλά όλων όσοι ενδιαφέρονται για το κράτος δικαίου, να μην επικρατήσει αυτή η τάση».



