• Γ.Δ.ΓΕΝ. ΔΕΙΚΤΗΣ0,000%
  • S&P 5000,000%
  • Nasdaq0,000%
  • FTSE 1000,000%
  • Nikkei 2250,000%
  • DAX0,000%
  • CAC 400,000%
  • €/$
  • €/£
  • BTC
Η διπλωματία σκοντάφτει στη βαθιά δυσπιστία ΗΠΑ–Ιράν
10:44 - 03 Οκτ 2026

Η διπλωματία σκοντάφτει στη βαθιά δυσπιστία ΗΠΑ–Ιράν

Δες περισσότερα άρθρα του Reporter.gr όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ και το καθεστώς του Ιράν υποστηρίζουν ότι προτιμούν μια διπλωματική λύση στον πόλεμο, όμως μια συμφωνία μεταξύ Ουάσινγκτον και Τεχεράνης μοιάζει σήμερα πιο δύσκολη από ποτέ.

Οι δύο πλευρές έχουν ήδη περάσει από δύο αποτυχημένους γύρους διαπραγματεύσεων τους τελευταίους 18 μήνες, με αμφότερους να καταλήγουν σε νέες πολεμικές συγκρούσεις. Το μνημόνιο συμφωνίας του Ιουνίου κατέρρευσε μέσα σε λίγες ημέρες, ανοίγοντας ξανά τον δρόμο για την κλιμάκωση. Και πλέον, εάν και η νέα διπλωματική προσπάθεια οδηγηθεί σε αδιέξοδο, η προοπτική μιας νέας στρατιωτικής αναμέτρησης μέσα στις επόμενες εβδομάδες γίνεται ακόμη πιο ορατή, όπως σημειώνει το Axios.

Στη ρίζα του προβλήματος βρίσκονται βαθιές διαφορές στον τρόπο με τον οποίο οι δύο χώρες αντιλαμβάνονται τη διαπραγμάτευση, τον χρόνο και τον ίδιο τον συμβιβασμό.

«Ο Τραμπ έχει ADD, το Ιράν OCD»

Μία από τις βασικές αιτίες των αποτυχημένων διαπραγματεύσεων είναι ότι Ουάσινγκτον και Τεχεράνη λειτουργούν με εντελώς διαφορετικό χρονικό ορίζοντα.

Ο Τραμπ θέλει γρήγορες συμφωνίες. Όταν οι διαπραγματεύσεις καθυστερούν, εκνευρίζεται και πιέζει για άμεση εξέλιξη. Το Ιράν, αντίθετα, έχει υιοθετήσει μια στρατηγική που βασίζεται στην παράταση του χρόνου και στη σταδιακή διαπραγμάτευση.

«Η Αμερική υπό τον Τραμπ είναι η υπερδύναμη με έλλειμμα προσοχής, ανίκανη να διατηρήσει μια στρατηγική με διάρκεια. Το Ιράν υπό την Ισλαμική Δημοκρατία είναι η θεοκρατία με εμμονή, προσηλωμένη στην αντίσταση απέναντι στην Αμερική περισσότερο απ' ό,τι στην ευημερία του ίδιου του λαού της», δήλωσε στον Axios ο Καρίμ Σαντζάντπουρ του Carnegie Endowment. «Ο Τραμπ έχει ADD (Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής), το Ιράν OCD(Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή)», είπε χαρακτηριστικά.

Η διαφορά αυτή αποτυπώθηκε και στις προηγούμενες διαπραγματεύσεις. Τον Απρίλιο του 2025 ο Τραμπ είχε θέσει προθεσμία 60 ημερών για τις συνομιλίες, ένα εξαιρετικά σύντομο χρονικό περιθώριο για μια τόσο σύνθετη συμφωνία. Η ιρανική πλευρά, ωστόσο, δεν αντιμετώπισε την προθεσμία με την ίδια σοβαρότητα. Εκτίμησε ότι ο Τραμπ ενδεχομένως δεν εννοούσε κυριολεκτικά τις 60 ημέρες και αντιμετώπισε τη διαδικασία ως μια πολύ πιο μακρά διαπραγμάτευση.

Οι συνομιλίες του Φεβρουαρίου ήταν ακόμη συντομότερες, καθώς διήρκεσαν περίπου τρεις εβδομάδες. Οι πιθανότητες να επιτευχθεί μέσα σε τόσο μικρό διάστημα μια συμφωνία που θα έλυνε τις θεμελιώδεις διαφορές των δύο πλευρών ήταν εξαρχής περιορισμένες.

Ο Τραμπ θέλει «μεγάλη συμφωνία», το Ιράν μια ανακωχή

Διαφορετική είναι και η αντίληψη των δύο πλευρών για το τι ακριβώς πρέπει να πετύχει η διπλωματία.

Ο Τραμπ έχει επανειλημμένα δείξει ότι προτιμά μια μεγάλη, εντυπωσιακή συμφωνία, με ισχυρό πολιτικό συμβολισμό και προσωπικό αποτύπωμα. Βλέπει μια πιθανή συμφωνία με το Ιράν ως μια ευκαιρία να αφήσει το δικό του διπλωματικό αποτύπωμα, να επανακαθορίσει τις σχέσεις των δύο χωρών και να αλλάξει τις ισορροπίες στη Μέση Ανατολή.

Η ιρανική προσέγγιση είναι πολύ πιο περιορισμένη. Η Τεχεράνη προτιμά μια συναλλακτική συμφωνία, η οποία θα μπορούσε να επιτευχθεί έμμεσα και με όσο το δυνατόν μικρότερο δημόσιο προφίλ. Για την ιρανική ηγεσία, μια τέτοια συμφωνία δεν θα αποτελούσε απαραίτητα μια νέα εποχή ειρήνης, αλλά περισσότερο μια προσωρινή ανακωχή σε μια μακρά αντιπαράθεση.

Η διαφορά αυτή έχει και πολιτισμική διάσταση. Όπως εξηγεί ο Σαντζάντπουρ, στην ιρανική πολιτική κουλτούρα η λέξη «sazeshkar», που χρησιμοποιείται για κάποιον που κάνει συμβιβασμούς, έχει σχεδόν υβριστική σημασία.

Κατά τον ίδιο, η ιρανική ηγεσία δεν ήταν ποτέ διατεθειμένη να συναντήσει απευθείας τον Τραμπ. Εάν είχε υπάρξει απευθείας επαφή, εκτιμά ότι η εξέλιξη των γεγονότων θα μπορούσε να ήταν διαφορετική. Ο Τραμπ θέλει να κλείσει τη σύγκρουση, ενώ η ίδια η ταυτότητα της Ισλαμικής Δημοκρατίας έχει οικοδομηθεί σε μεγάλο βαθμό πάνω στη συνεχιζόμενη αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ.

Η βαθιά δυσπιστία είναι το μεγαλύτερο εμπόδιο

Πάνω απ' όλα, όμως, υπάρχει η έλλειψη εμπιστοσύνης.

Η ιρανική πλευρά υποστηρίζει ότι ο Τραμπ την εξαπάτησε δύο φορές, καθώς οι ΗΠΑ εξαπέλυσαν επιθέσεις ενώ βρίσκονταν σε εξέλιξη διαπραγματεύσεις. Στο εσωτερικό του ιρανικού καθεστώτος έχει έτσι ενισχυθεί η αντίληψη ότι οι συνομιλίες με την Ουάσινγκτον μπορεί να αποτελούν απλώς ένα τέχνασμα, πίσω από το οποίο κρύβεται η προετοιμασία ενός αιφνιδιαστικού στρατιωτικού χτυπήματος.

Η αμερικανική πλευρά, από την άλλη, κατηγορεί το Ιράν ότι ήταν εκείνο που παραβίασε τη συμφωνία του Ιουνίου, όταν επιτέθηκε σε πλοία στα Στενά του Ορμούζ λίγες ημέρες μετά την υπογραφή του μνημονίου συμφωνίας.

Στην Ουάσινγκτον υπάρχει επίσης ένα ακόμη πρόβλημα: ακόμη και αν μια συμφωνία επιτευχθεί με τους πιο πραγματιστές εκπροσώπους της ιρανικής ηγεσίας, κανείς δεν είναι βέβαιος ότι αυτή θα γίνει σεβαστή από τους Φρουρούς της Επανάστασης ή άλλες σκληροπυρηνικές δυνάμεις του καθεστώτος.

Έτσι, κάθε πλευρά βλέπει την άλλη ως πιθανό παραβάτη μιας μελλοντικής συμφωνίας. Και χωρίς στοιχειώδεις εγγυήσεις ότι οι δεσμεύσεις θα τηρηθούν, η διπλωματική διαδικασία γίνεται εξαιρετικά εύθραυστη.

Οι εσωτερικές πιέσεις δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο τον συμβιβασμό

Οι διαπραγματεύσεις αποτελούν παράλληλα ένα εξαιρετικά ευαίσθητο πολιτικό ζήτημα και στο εσωτερικό των δύο χωρών.

Στο Ιράν, η διαπραγματευτική ομάδα και άλλοι αξιωματούχοι που τάσσονται υπέρ μιας συμφωνίας δέχονται διαρκώς επιθέσεις από τους σκληροπυρηνικούς του καθεστώτος. Η πίεση αυτή έχει ως αποτέλεσμα να υιοθετούν σκληρότερη στάση στις συνομιλίες, ώστε να μην εμφανιστούν στο εσωτερικό ως εκείνοι που έκαναν υπερβολικές παραχωρήσεις απέναντι στις ΗΠΑ.

Αντίστοιχες πιέσεις δέχεται και ο Τραμπ. Η αμερικανική δεξιά τον πιέζει να μην προχωρήσει σε συμφωνία που θα μπορούσε να θεωρηθεί υπερβολικά γενναιόδωρη προς την Τεχεράνη, ενώ από την άλλη πλευρά δέχεται κριτική για το ενδεχόμενο να καταλήξει σε μια συμφωνία που θα επαναφέρει το status quo πριν από τον πόλεμο ή θα θυμίζει τη συμφωνία του 2015 για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, που είχε επιτευχθεί επί Μπαράκ Ομπάμα.

Η πολιτική αυτή πίεση έχει ήδη επηρεάσει τη στάση του Τραμπ, ο οποίος τους τελευταίους 18 μήνες έχει απομακρυνθεί αρκετές φορές από πιο μετριοπαθείς θέσεις που είχε υιοθετήσει στις διαπραγματεύσεις.

Η διπλωματία παραμένει στο τραπέζι, αλλά ο χρόνος πιέζει

Παρά το αδιέξοδο, οι απεσταλμένοι του Λευκού Οίκου Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ, όπως και ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς, εξακολουθούν να θεωρούν ότι αξίζει να επιδιωχθεί μια διπλωματική λύση.

Ο ίδιος ο Τραμπ, ωστόσο, εμφανίζεται πλέον περισσότερο επιφυλακτικός. Σε συνέντευξή του στο Time, που δημοσιεύθηκε την Πέμπτη, δήλωσε ότι όσα είναι διατεθειμένο να κάνει το Ιράν «δεν είναι αρκετά» για τον ίδιο. «Με το Ιράν, δεν νομίζω ότι θα μπορούσες ποτέ να έχεις ειρήνη», είπε, επαναλαμβάνοντας ότι εξετάζει το ενδεχόμενο να επαναλάβει μεγάλης κλίμακας στρατιωτικές επιχειρήσεις μετά τις ενδιάμεσες εκλογές.

Από την άλλη πλευρά, ο Ιρανός πρόεδρος Μασούντ Πεζεσκιάν υπερασπίστηκε τις διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ, υποστηρίζοντας ότι η Τεχεράνη δεν έχει κλείσει την πόρτα στον διάλογο.

«Ποτέ δεν φύγαμε και δεν θα φύγουμε από τον διάλογο», δήλωσε, υποστηρίζοντας ότι οι ΗΠΑ έχουν επιτεθεί στο Ιράν τρεις φορές, παρά το γεγονός ότι είχαν προηγουμένως υπογράψει τη συμφωνία του Ιουνίου. Παράλληλα, κάλεσε την Ουάσινγκτον να εγκαταλείψει την αντίληψη ότι μπορεί να «γονατίσει» το Ιράν μέσω της τρομοκρατίας.

Ωστόσο, στο εσωτερικό του ιρανικού καθεστώτος δεν υπάρχει ενιαία άποψη. Αξιωματούχοι, ιδιαίτερα στους κόλπους των Φρουρών της Επανάστασης, θεωρούν ότι οι διαπραγματεύσεις δεν οδηγούν πουθενά και ότι ο μόνος τρόπος για να τερματιστεί ο πόλεμος είναι η αύξηση του κόστους που υφίστανται οι ΗΠΑ στο πεδίο της μάχης.

Ο Μοχάμαντ Αγιατολάχι Ταμπάρ, αναπληρωτής καθηγητής Διεθνών Υποθέσεων στο Texas A&M University, περιγράφει τη σημερινή ιρανική στρατηγική ως μια πολιτική «κλιμάκωσης και συνεχούς επίθεσης» απέναντι στις ΗΠΑ.

Όπως υποστηρίζει, το καθεστώς έχει ξεκαθαρίσει τι επιδιώκει: την αποχώρηση όλων των αμερικανικών δυνάμεων από την περιοχή. Και, σύμφωνα με την ανάλυσή του, η Τεχεράνη είναι διατεθειμένη να παραμείνει επ' αόριστον σε καθεστώς πολεμικής ετοιμότητας προκειμένου να πετύχει αυτόν τον στόχο.

Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι απλώς να βρεθούν οι σωστοί όροι μιας συμφωνίας. Είναι ότι οι δύο πλευρές δεν συμφωνούν ούτε στο τι θα πρέπει να σημαίνει μια τέτοια συμφωνία, ούτε στο πόσο χρόνο χρειάζεται για να επιτευχθεί, ούτε στο κατά πόσο μπορούν να εμπιστευτούν η μία την άλλη. Και όσο αυτή η δυσπιστία παραμένει, κάθε αποτυχημένος γύρος διαπραγματεύσεων κινδυνεύει να γίνει το προοίμιο της επόμενης στρατιωτικής κλιμάκωσης.