Ο Ντόναλντ Τραμπ αφιέρωσε την Τρίτη (29/9) μεγάλο μέρος της ημέρας του στην παρουσίαση της προσέγγισης της κυβέρνησής του απέναντι στην τεχνητή νοημοσύνη: παρουσίασε το νέο chatbot της αμερικανικής κυβέρνησης, παρέθεσε δείπνο στον Λευκό Οίκο σε ορισμένους από τους ισχυρότερους ανθρώπους της παγκόσμιας τεχνολογίας και ανακοίνωσε μια εθελοντική συμφωνία με έξι μεγάλες εταιρείες, την οποία χαρακτήρισε ως απάντηση στις αυξανόμενες ανησυχίες για την ασφάλεια της AI.
Σύμφωνα με το Reuters, η συμφωνία αφορά τις Nvidia, SpaceX, OpenAI, Anthropic, Meta και Google και περιλαμβάνει μια σειρά δεσμεύσεων που έχουν ζητήσει εδώ και καιρό υποστηρικτές της ασφάλειας της τεχνητής νοημοσύνης. Μεταξύ άλλων, προβλέπει «ισχυρούς εσωτερικούς ελέγχους» για την αποτροπή μη εξουσιοδοτημένων επιθέσεων και συνεργασία με «ανεξάρτητους εξωτερικούς ελεγκτές».
Ωστόσο, υπάρχει ένα σημαντικό κενό: το μονοσέλιδο κείμενο του Λευκού Οίκου δεν προβλέπει συγκεκριμένες κυρώσεις ή άλλες συνέπειες σε περίπτωση που κάποια από τις εταιρείες δεν τηρήσει τις δεσμεύσεις της.
Ο Τραμπ χαρακτήρισε τη συμφωνία «ηθικά δεσμευτική», χωρίς όμως να συνοδεύεται από έναν σαφή μηχανισμό επιβολής.
Η πρωτοβουλία δείχνει την προσπάθεια του Αμερικανού προέδρου να απαντήσει στις αυξανόμενες ανησυχίες των πολιτών για τους κινδύνους της τεχνητής νοημοσύνης, χωρίς ταυτόχρονα να επιβάλει περιορισμούς που, σύμφωνα με την προσέγγιση της κυβέρνησής του, θα μπορούσαν να ανακόψουν την ανάπτυξη της αμερικανικής τεχνολογίας.
«Ήταν μια προσπάθεια να δοθεί η εντύπωση ότι η κυβέρνηση ακούει αυτές τις ανησυχίες, χωρίς να υπονομεύεται η πολύ σαφής και σταθερή γραμμή αυτής της κυβέρνησης: ότι η ρύθμιση και η διακυβέρνηση αποτελούν εγγενώς εμπόδιο στην καινοτομία», δήλωσε η Κατ Ντάφι, η οποία διευθύνει ομάδα για την τεχνητή νοημοσύνη στο μη κομματικό Council on Foreign Relations.
Οι φόβοι για την AI αυξάνονται
Το κατά πόσο οι Αμερικανοί ψηφοφόροι θα πειστούν από την προσπάθεια του Τραμπ μένει να φανεί, καθώς πλησιάζουν οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου.
Η ανησυχία της κοινής γνώμης για την τεχνητή νοημοσύνη, αλλά και για τη μικρή ομάδα ανθρώπων και εταιρειών που φαίνεται να έχει δυσανάλογη επιρροή στην εξέλιξή της, έχει αυξηθεί τους τελευταίους μήνες.
Σύμφωνα με δημοσκόπηση των Reuters/Ipsos που δημοσιεύθηκε στις 22 Σεπτεμβρίου, το 75% των Αμερικανών ανησυχεί ότι οι εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης δεν έχουν κάνει αρκετά για να αποτρέψουν το ενδεχόμενο η AI να προκαλέσει σοβαρές βλάβες στην κοινωνία.
Παράλληλα, μια σειρά περιστατικών ασφαλείας έχει ενισχύσει τις ανησυχίες για το πόσο απρόβλεπτη μπορεί να γίνει η συμπεριφορά των προηγμένων συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης.
Τον Ιούλιο, εκατοντάδες AI agents της OpenAI φέρεται να ξέφυγαν από το περιβάλλον δοκιμών τους και επιτέθηκαν στις υποδομές της πλατφόρμας AI Hugging Face.
Στις αρχές Σεπτεμβρίου, ο ερευνητής της Anthropic Τζέικομπ Κόξον παραιτήθηκε, υποστηρίζοντας ότι οι άνθρωποι που αναπτύσσουν την τεχνητή νοημοσύνη πιστεύουν πως αυτή «θα μπορούσε να μας σκοτώσει όλους μέχρι το τέλος της δεκαετίας».
Οι δηλώσεις του, όπως και άλλες παρόμοιες προειδοποιήσεις, προκάλεσαν νέο κύμα εκκλήσεων από Αμερικανούς lawmakers για αυστηρότερη ρύθμιση της τεχνητής νοημοσύνης.
Το θέμα έχει πλέον περάσει και στην αμερικανική πολιτική και ποπ κουλτούρα. Στα τέλη Σεπτεμβρίου, το «Saturday Night Live» σατίρισε τον CEO της Anthropic, Ντάριο Αμοντέι, έναν από τους πιο έντονους εκφραστές ανησυχιών για τους κινδύνους της AI. Τον ρόλο του υποδύθηκε η Τζέιν Γουίκλαϊν.
Ο Τραμπ επιμένει στην αποφυγή νέων περιορισμών
Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο Τραμπ έχει σε μεγάλο βαθμό απορρίψει τις προειδοποιήσεις για τους κινδύνους της AI, υποστηρίζοντας ότι οι κυβερνητικοί περιορισμοί θα μπορούσαν να δυσκολέψουν τις αμερικανικές εταιρείες να ανταγωνιστούν τους Κινέζους αντιπάλους τους.
Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ότι οι υπηρεσίες επιβολής του νόμου, όπως το υπουργείο Δικαιοσύνης, διαθέτουν ήδη επαρκή εργαλεία για να λειτουργήσουν ως δικλίδες ασφαλείας και ότι δεν υπάρχει ανάγκη για νέους κανόνες.
Παράλληλα, έχει δώσει εντολή στην κυβέρνησή του να χρησιμοποιεί τον όρο «super intelligence» - «υπερνοημοσύνη» - για την τεχνητή νοημοσύνη, σε μια προσπάθεια να βελτιωθεί η δημόσια εικόνα μιας τεχνολογίας που αντιμετωπίζει αυξανόμενη δυσπιστία.
Η νέα συμφωνία με τις τεχνολογικές εταιρείες έρχεται, επομένως, σε μια προσπάθεια να βρεθεί μια ενδιάμεση λύση: να αναγνωριστούν οι ανησυχίες για την ασφάλεια της AI και να υπάρξει ένας βαθμός συντονισμού μεταξύ κυβέρνησης και εταιρειών, χωρίς να θεσπιστεί ένα νέο, αυστηρό ρυθμιστικό πλαίσιο.
Τι προβλέπει η συμφωνία
Το κείμενο της συμφωνίας περιλαμβάνει ορισμένα μέτρα που εδώ και καιρό ζητούν οι υποστηρικτές της ασφάλειας της τεχνητής νοημοσύνης.
Οι εταιρείες δεσμεύονται, μεταξύ άλλων, να εφαρμόσουν «ισχυρούς εσωτερικούς ελέγχους» με στόχο να αποτραπούν μη εξουσιοδοτημένες παραβιάσεις και επιθέσεις, ενώ προβλέπεται και συνεργασία με ανεξάρτητους εξωτερικούς ελεγκτές.
Οι συγκεκριμένες ιδέες έχουν ήδη συμπεριληφθεί σε σχέδια πολιτειακής και ομοσπονδιακής νομοθεσίας στις ΗΠΑ. Μάλιστα, η Καλιφόρνια ψήφισε τον Σεπτέμβριο τον πρώτο πολιτειακό νόμο που θεσπίζει κανόνες για τον τρόπο με τον οποίο ανεξάρτητοι ελεγκτές θα αξιολογούν προϊόντα τεχνητής νοημοσύνης.
Το πρόβλημα είναι ότι το μονοσέλιδο κείμενο του Λευκού Οίκου δεν δίνει λεπτομέρειες για το πώς θα εφαρμοστούν στην πράξη αυτές οι δεσμεύσεις και, κυρίως, δεν προβλέπει συγκεκριμένους μηχανισμούς επιβολής.
Εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου δήλωσε ότι η συμφωνία «θα προωθήσει την αμερικανική καινοτομία και θα ενισχύσει την υπεύθυνη ανάπτυξη» της τεχνητής νοημοσύνης.
Την ίδια ώρα, ο Τραμπ αναμένεται να ορίσει τον διευθυντή της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, Τζέι Κλέιτον, ως κορυφαίο σύμβουλό του για την τεχνητή νοημοσύνη, σε μια θέση που ο ίδιος ο πρόεδρος έχει αποκαλέσει «AI czar». Ο Κλέιτον, πάντως, αναμένεται να διατηρήσει παράλληλα τον ρόλο του ως επικεφαλής της αμερικανικής υπηρεσίας πληροφοριών.
Το ζήτημα της ανεξαρτησίας των ελεγκτών
Η πρόβλεψη για ανεξάρτητους ελεγκτές έγινε δεκτή θετικά από ορισμένους πολιτικούς, αλλά συνοδεύτηκε και από επιφυλάξεις για το ποιος θα έχει τελικά την εποπτεία τους.
Ο Δημοκρατικός βουλευτής Ρο Κανά, ο οποίος εκπροσωπεί τη Silicon Valley, χαιρέτισε την ιδέα των «ανεξάρτητων ελεγκτών», υποστήριξε όμως ότι αυτοί θα πρέπει να λογοδοτούν σε μια ανεξάρτητη ομοσπονδιακή υπηρεσία.
«Δεν μπορούν απλώς να είναι ελεγκτές που αναφέρονται στον Σαμ Άλτμαν ή στον Ντάριο Αμοντέι», δήλωσε, αναφερόμενος στους επικεφαλής της OpenAI και της Anthropic.
Ο Κανά εξέφρασε την ανησυχία ότι ο πρόεδρος ουσιαστικά εμπιστεύεται τις ίδιες τις εταιρείες που έχουν σημαντικό οικονομικό συμφέρον από τη γρήγορη ανάπτυξη της τεχνολογίας.
Από την άλλη πλευρά, ο επιχειρηματίας και επενδυτής Ντέιβιντ Σακς, ο οποίος συμβουλεύει τον Τραμπ για θέματα τεχνητής νοημοσύνης και έχει ταχθεί υπέρ μιας πιο ελεύθερης ανάπτυξης της AI, υποστήριξε μέσω της πλατφόρμας X ότι η νομοθεσία περί κινητών αξιών και άλλες υφιστάμενες νομικές διατάξεις θα μπορούσαν να επιβάλουν κυρώσεις σε εταιρείες που δεν αντιμετωπίζουν προβλήματα τα οποία θα εντοπιστούν από εσωτερικούς ή εξωτερικούς ελέγχους.
Οι υποστηρικτές της ασφάλειας της AI διαφωνούν, υποστηρίζοντας ότι τέτοιες νομικές διατάξεις μπορούν να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες ενός προβλήματος αφού αυτό έχει ήδη εκδηλωθεί.
Κατά την άποψή τους, οι κίνδυνοι που συνδέονται με την τεχνητή νοημοσύνη απαιτούν μηχανισμούς που θα λειτουργούν προληπτικά, ώστε να αποτρέπεται μια μεγάλης κλίμακας ζημιά πριν αυτή συμβεί.
Ένα πρώτο βήμα ή μια περιορισμένη δέσμευση;
Παρά τις επιφυλάξεις για την εφαρμογή της συμφωνίας, ορισμένοι παρατηρητές της αγοράς AI θεωρούν σημαντικό ακόμη και το γεγονός ότι ο Λευκός Οίκος επέλεξε να φιλοξενήσει μια τέτοια συνάντηση και να αναγνωρίσει δημόσια ότι υπάρχουν σοβαρά ζητήματα ασφάλειας.
«Η συμφωνία του Τραμπ με τα στελέχη της τεχνολογίας αποτελεί μια μετατόπιση προς την αναγνώριση ότι υπάρχουν σοβαρές ανησυχίες για την ασφάλεια και την προστασία, οι οποίες απαιτούν στενότερο συντονισμό μεταξύ των εταιρειών», δήλωσε ο Σάμιουελ Χάμοντ, διευθυντής πολιτικής AI στο συντηρητικό Foundation for American Innovation.
Το ερώτημα πλέον είναι αν η συγκεκριμένη προσέγγιση μπορεί να ανταποκριθεί στις ανησυχίες που διατυπώνονται όλο και πιο έντονα στις ΗΠΑ.
Η κυβέρνηση Τραμπ φαίνεται να επιχειρεί να κινηθεί σε μια λεπτή ισορροπία: από τη μία να δείξει ότι δεν αγνοεί τους κινδύνους της τεχνητής νοημοσύνης και, από την άλλη, να διατηρήσει την πεποίθηση ότι η υπερβολική κρατική παρέμβαση θα μπορούσε να στερήσει από τις αμερικανικές εταιρείες το πλεονέκτημα στον διεθνή ανταγωνισμό.
Για την ώρα, η συμφωνία με τις έξι εταιρείες αποτελεί κυρίως μια εθελοντική δέσμευση. Το αν θα μετατραπεί σε ουσιαστικό μηχανισμό ασφάλειας ή θα παραμείνει μια πολιτική συμφωνία καλών προθέσεων θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από το πώς θα εφαρμοστούν στην πράξη οι δεσμεύσεις της — και από το αν θα υπάρξουν αποτελεσματικοί τρόποι ελέγχου της συμμόρφωσης των εταιρειών.






