Όπως ανέφερε ο κ. Πελαγίδης, το «σοβαρότερο μήνυμα» μετά την επιβολή δασμών εστάλη κυρίως από την αγορά ομολόγων με την μεγάλη άνοδο των αποδόσεων και το κλείσιμο της λεγόμενης αγοράς υψηλού κινδύνου (junk bonds), και δευτερευόντως από τα Χρηματιστήρια.
Ακόμη, σημείωσε ότι μία αύξηση των δασμών κατά 10% μεσοσταθμικά αν συνοδεύονταν από μία ισόποση ανατίμηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας του δολαρίου δεν θα επέφερε κανένα αποτέλεσμα. Ωστόσο, όπως υπογράμμισε, η δασμολογική πολιτική που ακολουθεί ο Αμερικανός πρόεδρος είναι «αντιφατική», γεγονός που καταδεικνύεται και από τις αντιδράσεις των αγορών.
Ακόμη, ο κ. Πελαγίδης αναφέρθηκε και στο ότι οι ΗΠΑ είναι αντιμέτωπες με ένα υψηλότατο δημοσιονομικό έλλειμμα, το οποίο πέρυσι άγγιξε το 6,5% του ΑΕΠ και που τροφοδοτεί, όπως τόνισε, το υψηλό εμπορικό έλλειμμα που εμφανίζει η χώρα.
Ως εκ τούτου, το ερώτημα που τίθεται, όπως εξήγησε ο κ. Πελαγίδης, είναι κατά πόσο η αμερικανική κοινωνία θα μπορούσε να αντέξει μία πολιτική λιτότητας η οποία θα στόχευε να διορθώσει την ανισορροπία αυτή.
Σε κάθε περίπτωση, πάντως, ο περιορισμός των διεθνών ανισορροπιών θα πρέπει να περιλαμβάνει συντονισμένη και συνεργατική δράση, σημείωσε ο υποδιοικητής της ΤτΕ, εξηγώντας πως κάτι τέτοιο θα διόρθωνε τις σημερινές μη βιώσιμες διεθνείς ανισορροπίες, αλλά χωρίς τους κραδασμούς και την αβεβαιότητα που προκαλεί η απρόβλεπτη και ενστικτώδης επικοινωνιακή προσέγγιση και δράση του Ντόναλντ Τραμπ.










