Η έρευνα του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν για τους καταναλωτές ανακοίνωσε ότι ο δείκτης καταναλωτικού κλίματος υποχώρησε στο 50,8 αυτόν τον μήνα από την τελική μέτρηση του 52,2 τον Απρίλιο. Οικονομολόγοι που συμμετείχαν σε δημοσκόπηση του Reuters είχαν προβλέψει ότι ο δείκτης θα ανέλθει στο 53,4.
«Οι δασμοί αναφέρθηκαν αυθόρμητα από σχεδόν τα τρία τέταρτα των καταναλωτών, από σχεδόν 60% τον Απρίλιο. Η αβεβαιότητα σχετικά με την εμπορική πολιτική εξακολουθεί να κυριαρχεί στις σκέψεις των καταναλωτών για την οικονομία», δήλωσε η διευθύντρια των ερευνών για τους καταναλωτές, Joanne Hsu, και πρόσθεσε: «Οι ελαφρές αυξήσεις στο κλίμα αυτό το μήνα για τους ανεξάρτητους αντισταθμίστηκαν από μια πτώση 7% μεταξύ των Ρεπουμπλικάνων».
Η έρευνα διεξήχθη μεταξύ 22 Απριλίου και 13 Μαΐου, αμέσως μετά τη συμφωνία των ΗΠΑ και της Κίνας να μειώσουν προσωρινά τους δασμούς μεταξύ τους, ενώ διαπραγματεύονται μια εμπορική συμφωνία.
Παρόλα αυτά, «οι προσωρινές παύσεις είναι απίθανο να πείσουν τους καταναλωτές ότι η εμπορική πολιτική έχει σταθεροποιηθεί αρκετά ώστε οι καταναλωτές ή οι επιχειρήσεις να προγραμματίσουν αποτελεσματικά το μέλλον», ανέφερε η Hsu.
Παρά την αυξημένη ανησυχία των καταναλωτών ότι οι δασμοί θα ανεβάσουν τις τιμές, οι πρόσφατες εκθέσεις απεικόνιζαν περιορισμένες πληθωριστικές πιέσεις. Τα κυβερνητικά στοιχεία έδειξαν ότι οι τιμές καταναλωτή χωρίς τα τρόφιμα και την ενέργεια αυξήθηκαν τον Απρίλιο λιγότερο από τις προβλέψεις για τρίτο συνεχόμενο μήνα.
Η έρευνα έδειξε, επίσης, ότι ο δείκτης προσδοκιών μειώθηκε σχεδόν κατά μία μονάδα στο 46,5, σε χαμηλό σχεδόν 45 ετών. Ο δείκτης τρεχουσών συνθηκών υποχώρησε κατά 2,2 μονάδες στο 57,6.
Οι απόψεις των καταναλωτών για τα τρέχοντα προσωπικά τους οικονομικά έπεσαν στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2009. Οι οικονομικές προσδοκίες διολίσθησαν σε νέο χαμηλό ρεκόρ.
Οι 12μηνες προσδοκίες των καταναλωτών για τον πληθωρισμό αυξήθηκαν στο 7,3% από 6,5% τον Απρίλιο, το οποίο είναι το υψηλότερο ποσοστό από το 1981. Τόσο οι Δημοκρατικοί όσο και οι Ρεπουμπλικάνοι ανέμεναν υψηλότερο πληθωρισμό στο εγγύς μέλλον. Οι καταναλωτές προβλέπουν το κόστος να αυξάνεται με ετήσιο ρυθμό 4,6% τα επόμενα πέντε έως 10 χρόνια, το υψηλότερο ποσοστό από το 1991.








