«Η εξαίρεση αυτή υπονομεύει την πρόοδο της διεθνούς φορολογικής συνεργασίας – ιδίως αν λάβουμε υπόψη το μέγεθος της αμερικανικής οικονομίας και τις επιθετικές στρατηγικές φορολογικού σχεδιασμού που ακολουθούν οι πολυεθνικές της», αναφέρει η ερευνήτρια του ινστιτούτου ifo, Camille Semelet, μία εκ των συγγραφέων της έκθεσης.
Ο Παγκόσμιος Ελάχιστος Φόρος, που θεσπίστηκε το 2024 και εγκρίθηκε από 138 χώρες, επιδιώκει να καθιερώσει έναν ελάχιστο εταιρικό φορολογικό συντελεστή 15%, προκειμένου να περιοριστεί η μεταφορά κερδών σε φορολογικούς παραδείσους και ο επιζήμιος φορολογικός ανταγωνισμός. Η μελέτη, βασισμένη σε γερμανικά δεδομένα, διαπιστώνει ότι ο ελάχιστος αυτός φόρος είναι στοχευμένος: η πλειονότητα της μεταφοράς κερδών συγκεντρώνεται σε επιχειρήσεις που υπερβαίνουν το όριο εφαρμογής του GMT – δηλαδή σε εταιρείες με έσοδα άνω των 750 εκατομμυρίων ευρώ. Αυτές οι πολυεθνικές ευθύνονται για το 95% των κερδών που μεταφέρονται σε φορολογικούς παραδείσους.
Ωστόσο, η εξαίρεση των αμερικανικών πολυεθνικών από βασικές διατάξεις του GMT, μέσω της απόφασης των G7, κινδυνεύει να δημιουργήσει ένα «παραθυράκι» για ορισμένους από τους πιο επιθετικούς φορολογικούς σχεδιαστές παγκοσμίως – ιδιαίτερα εάν ο αμερικανικός εγχώριος ελάχιστος φόρος (GILTI) δεν εξασφαλίσει ισοδύναμο επίπεδο φορολόγησης. Αυτό όχι μόνο αποδυναμώνει τους ίσους όρους ανταγωνισμού που επιδιώκει η μεταρρύθμιση, αλλά και περιορίζει τα δυνητικά φορολογικά έσοδα παγκοσμίως.
«Επιπλέον, ρυθμιστικές αλλαγές τέτοιας κλίμακας τόσο σύντομα μετά την εφαρμογή μιας πολυαναμενόμενης παγκόσμιας πολιτικής δημιουργούν κόστη προσαρμογής και μειώνουν τη βεβαιότητα στον προγραμματισμό των επιχειρήσεων», σημειώνει η Semelet.





