Οι FT υπενθυμίζουν ότι η Ιταλία και η Ελλάδα βρέθηκαν στο επίκεντρο της κρίσης χρέους της Ευρωζώνης την περίοδο 2010-2012, με την Ελλάδα να χρειάζεται διεθνή διάσωση και εποπτεία από το ΔΝΤ και την ΕΕ. Ωστόσο, χάρη στη δημοσιονομική πειθαρχία και τον περιορισμό των ελλειμμάτων, και οι δύο χώρες αναμένεται να δουν το δημόσιο χρέος τους να μειώνεται σταδιακά έως το 2030.
Αντίθετα, οι ΗΠΑ φαίνεται πως βαδίζουν στην αντίθετη κατεύθυνση. Το ποσοστό χρέους προς ΑΕΠ συνεχίζει να αυξάνεται και, σύμφωνα με το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κογκρέσου, η ανοδική αυτή πορεία θα επιταχυνθεί τις επόμενες δεκαετίες. Ο οικονομολόγος της ING, Τζέιμς Νάιτλι, σχολίασε χαρακτηριστικά ότι πολλοί Αμερικανοί πολιτικοί και επενδυτές υποτιμούν την Ευρώπη και την αργή ανάπτυξή της, όμως τα νέα δεδομένα ανατρέπουν τη συζήτηση.
Από την αρχή της χιλιετίας, το αμερικανικό δημόσιο χρέος βρισκόταν κάτω από τα επίπεδα της Ιταλίας και της Ελλάδας. Πλέον, όμως, ενώ το καθαρό χρέος της Ιταλίας εκτιμάται ότι θα αρχίσει να μειώνεται μετά το 2028, το ΔΝΤ δεν παρείχε αντίστοιχες εκτιμήσεις για την Ελλάδα. Η ιταλική οικονομία εξακολουθεί να πλήττεται από χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, με το Ταμείο να προβλέπει άνοδο του ΑΕΠ μόλις 0,5% το 2025 και 0,8% το 2026.
Παρά τις προκλήσεις, η κυβέρνηση της Τζόρτζια Μελόνι έχει αποσπάσει θετικά σχόλια από τους διεθνείς επενδυτές για τη συνετή δημοσιονομική της πολιτική. Η Ιταλία αναμένεται φέτος να εμφανίσει πρωτογενές πλεόνασμα 0,9% του ΑΕΠ και να μειώσει το συνολικό έλλειμμα από 8,1% το 2022 σε 3% φέτος. Έτσι, η Ρώμη θα μπορέσει να εξέλθει από τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος της ΕΕ έναν χρόνο νωρίτερα από το προβλεπόμενο.






