Αναλυτικά, η Eurobank ανακοίνωσε καθαρά επιτοκιακά έσοδα ύψους 1,35 δισ. ευρώ, οδηγώντας την κούρσα των επιδόσεων. Τα έσοδα από προμήθειες ανήλθαν στα 413,5 εκατ. ευρώ, ενώ τα εξυπηρετούμενα δάνεια διαμορφώθηκαν στα 52,88 δισ. ευρώ και οι καταθέσεις στα 86,43 δισ. ευρώ. Ο κεφαλαιακός δείκτης CET1 διαμορφώθηκε στο 15,4%. Ο συγκεκριμένος δείκτης αποτυπώνει την κεφαλαιακή επάρκεια μιας τράπεζας, δηλαδή το «μαξιλάρι» κεφαλαίων που διαθέτει για να απορροφήσει πιθανές ζημιές και να συνεχίσει να λειτουργεί με ασφάλεια. Όσο υψηλότερος είναι, τόσο μεγαλύτερη είναι, σε γενικές γραμμές, η ανθεκτικότητα της τράπεζας απέναντι σε κινδύνους.
Από την πλευρά της, η Εθνική Τράπεζα κατέγραψε καθαρά επιτοκιακά έσοδα 1,096 δισ. ευρώ, ενώ τα έσοδα από προμήθειες ανήλθαν στα 243 εκατ. ευρώ. Τα εξυπηρετούμενα δάνεια διαμορφώθηκαν στα 39,01 δισ. ευρώ και οι καταθέσεις στα 61,69 δισ. ευρώ, με τον κεφαλαιακό δείκτη CET1 να ανέρχεται στο 17,3%.
Η Τράπεζα Πειραιώς ανακοίνωσε καθαρά επιτοκιακά έσοδα 990 εκατ. ευρώ και έσοδα από προμήθειες ύψους 462 εκατ. ευρώ. Τα εξυπηρετούμενα δάνεια ανήλθαν στα 39,05 δισ. ευρώ, ενώ οι συνολικές καταθέσεις διαμορφώθηκαν στα 68,38 δισ. ευρώ. Ο δείκτης CET1 ανήλθε στο 12,8%.
Τέλος, η Alpha Bank σημείωσε καθαρά επιτοκιακά έσοδα 852,7 εκατ. ευρώ και έσοδα από προμήθειες 326,5 εκατ. ευρώ. Τα εξυπηρετούμενα δάνεια ανήλθαν στα 39,91 δισ. ευρώ και οι καταθέσεις στα 58,47 δισ. ευρώ, ενώ ο κεφαλαιακός δείκτης CET1 διαμορφώθηκε στο 14,4%.
Σημειώνεται ότι οι συστημικές τράπεζες αναβάθμισαν τους βασικούς στόχους τους για το 2026, χωρίς όμως να προχωρήσουν σε επιθετικότερες προβλέψεις, λόγω των γεωπολιτικών αβεβαιοτήτων και του ενδεχομένου πρόωρων εκλογών. Η συνολική καθαρή κερδοφορία τους εκτιμάται ότι θα φθάσει τουλάχιστον τα 4,8 δισ. ευρώ το 2026, από 4,5 δισ. ευρώ το 2025, δημιουργώντας περιθώρια για υψηλότερες μερισματικές διανομές.
Σε γενικές γραμμές, η εικόνα των τραπεζών ενισχύθηκε από την ισχυρή πιστωτική επέκταση και την αύξηση των εσόδων από τόκους. Κομβικό ρόλο διαδραμάτισε και η ρευστότητα που διοχετεύθηκε στην οικονομία μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης.
Το μεγάλο στοίχημα, πλέον, είναι η επόμενη ημέρα. Μένει να φανεί πώς θα ανταποκριθεί η ελληνική οικονομία μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης και κατά πόσο οι τράπεζες θα μπορέσουν να διατηρήσουν μακροπρόθεσμα τη σημερινή ισχυρή εικόνα τους. Πρόκειται για μια εικόνα που απέχει σημαντικά από τις δύσκολες εποχές της οικονομικής κρίσης και πλέον καλείται να αποτελέσει τη βάση για ένα πιο ανθεκτικό και βιώσιμο τραπεζικό μοντέλο στο μέλλον.






