Το Ανώτατο Δικαστήριο πρόκειται να εισέλθει σε τεσσάρων εβδομάδων διακοπή εργασιών, με αποτέλεσμα η επόμενη πιθανή ημερομηνία έκδοσης της απόφασης για τους δασμούς να τοποθετείται στις 20 Φεβρουαρίου. Οι καθυστερήσεις έχουν προκαλέσει ανησυχία στους επικριτές των δασμών Τραμπ, που είχαν ελπίσει σε ταχεία απόφαση κατά της πολιτικής του.
Η υπόθεση και η συζήτηση της 5ης Νοεμβρίου
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στις 5 Νοεμβρίου, αρκετοί δικαστές εξέφρασαν επιφυλάξεις για το αν ο Ντόναλντ Τραμπ είχε τη νομική εξουσία να επιβάλει τους συγκεκριμένους δασμούς, βάσει του νόμου του 1977, που παρέχει στον πρόεδρο διευρυμένες αρμοδιότητες σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης. Οι δασμοί, που επιβλήθηκαν στις 2 Απριλίου, καλύπτουν την πλειονότητα των εισαγωγών και προβλέπουν επιβαρύνσεις από 10% έως 50%, ενώ περιλαμβάνουν και πρόσθετα μέτρα κατά του Καναδά, του Μεξικού και της Κίνας, με επίκληση την αντιμετώπιση της διακίνησης φαιντανύλης.
Μια απόφαση κατά του Τραμπ θα σήμαινε τη μεγαλύτερη νομική ήττα του από την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο, ενώ παράλληλα θα άνοιγε τον δρόμο για επιστροφές δασμών άνω των 130 δισ. δολαρίων και θα αποδυνάμωνε τις απειλές του για νέους δασμούς σε ευρωπαϊκές χώρες, ιδίως στο πλαίσιο της αντιπαράθεσης για τη Γροιλανδία. Μέχρι στιγμής, ο ίδιος δεν έχει προσδιορίσει ποια νομική βάση θα επικαλεστεί για την εφαρμογή πιθανών νέων δασμών.
Πρόγραμμα εργασιών και επόμενες ενέργειες
Σύμφωνα με την καθιερωμένη πρακτική του Ανώτατου Δικαστηρίου, οι αποφάσεις σε υποθέσεις που έχουν ήδη συζητηθεί ανακοινώνονται από την έδρα. Σήμερα οι δικαστές αναμένεται να ακούσουν επιχειρήματα σε άλλη υπόθεση που αφορά την απομάκρυνση της διοικήτριας της Federal Reserve, Λίζα Κουκ, χωρίς όμως να έχει προγραμματιστεί έκδοση αποφάσεων. Η επόμενη επίσημη συνεδρίαση του δικαστηρίου ορίστηκε για τις 20 Φεβρουαρίου, που πιθανώς θα σηματοδοτήσει την κρίσιμη ετυμηγορία για τους δασμούς Τραμπ.
Η καθυστέρηση αυτή κρατά σε αβεβαιότητα τις διεθνείς αγορές και τις επιχειρήσεις που επηρεάζονται από τις αμερικανικές εισαγωγές, ενώ η οικονομική και πολιτική σημασία της απόφασης παραμένει κρίσιμη, τόσο για τις ΗΠΑ όσο και για τους εμπορικούς εταίρους τους.



