Σύμφωνα με το Politico, η συγκεκριμένη νομοθετική πρωτοβουλία, βασικός πυλώνας της «Συμφωνίας για Καθαρή Βιομηχανία» (Clean Industrial Deal) που παρουσίασε η πρόεδρος της Επιτροπής πριν από έναν χρόνο, επικρίθηκε από εννέα γενικές διευθύνσεις όταν κυκλοφόρησε για διαβούλευση την περασμένη εβδομάδα.
Η ασυνήθιστα εκτεταμένη αυτή κριτική ενδέχεται να οδηγήσει σε νέα — τρίτη κατά σειρά — αναβολή της παρουσίασης του σχεδίου, που έχει επισήμως προγραμματιστεί για τις 26 Φεβρουαρίου. Έτσι, η Κομισιόν βρίσκεται υπό πίεση να παρουσιάσει μια συνεκτική στρατηγική για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας ενόψει της συνόδου κορυφής των ηγετών της ΕΕ στις 19-20 Μαρτίου. Η Επιτροπή αρνήθηκε να σχολιάσει αν θα τηρηθεί η ημερομηνία της 26ης Φεβρουαρίου.
Οι πιέσεις εντείνονται και λόγω του ευρύτερου εμπορικού περιβάλλοντος: η επιθετική δασμολογική πολιτική του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, καθώς και η υπερπροσφορά εξαγωγών από την Κίνα, θεωρούνται υπαρξιακές απειλές για την ευρωπαϊκή βιομηχανία.
Οι αντιδράσεις συνιστούν επίσης πλήγμα για τον επίτροπο Βιομηχανίας Στεφάν Σεζουρνέ, τον ανώτατο Γάλλο αξιωματούχο στην Επιτροπή, ο οποίος έχει την άμεση ευθύνη για τη νομοθεσία.
Η προτεινόμενη πράξη αποσκοπεί στο να δώσει πλεονέκτημα στα ευρωπαϊκά προϊόντα στις δημόσιες προμήθειες και σε άλλα δημόσια χρηματοδοτούμενα προγράμματα, ιδίως στους τομείς των ενεργοβόρων βιομηχανιών, των τεχνολογιών μηδενικών εκπομπών και της αυτοκινητοβιομηχανίας. Παράλληλα, επιδιώκει να ορίσει έννοιες όπως «τοπικό περιεχόμενο» ή «πράσινος χάλυβας», οι οποίες θα επηρεάσουν και άλλες στρατηγικές νομοθεσίες.
Τα σημεία αντιπαράθεσης
Ένα από τα πλέον αμφιλεγόμενα ζητήματα είναι ο ορισμός των «αξιόπιστων εταίρων» που θα μπορούν να συμμετέχουν σε δημόσιες προμήθειες. Η Βρετανία και η Ιαπωνία ασκούν πιέσεις ώστε να υιοθετηθεί ευρύς ορισμός, που να περιλαμβάνει όλες τις χώρες με τις οποίες η ΕΕ έχει συνάψει συμφωνία ελεύθερου εμπορίου. Εξίσου αμφιλεγόμενη είναι και η πρόθεση της Επιτροπής να υιοθετήσει πρακτικές που θυμίζουν τις κινεζικές υποχρεωτικές κοινοπραξίες — τη στιγμή που κράτη-μέλη με βαρύτητα, όπως η Γερμανία και η Ιταλία, ζητούν μείωση της γραφειοκρατίας και διατήρηση ανοιχτών εμπορικών διαύλων.
Εάν η πράξη οδηγήσει σε πιο εσωστρεφή βιομηχανική πολιτική, αυτό θα έρχεται σε αντίθεση με τη στρατηγική της φον ντερ Λάιεν να ολοκληρώσει εμπορικές συμφωνίες με το μπλοκ της Mercosur στη Λατινική Αμερική, καθώς και με την Ινδία και την Αυστραλία.
Το βασικό σημείο αντιπαράθεσης αφορά τον καθορισμό των «αξιόπιστων εταίρων». Προσχέδιο της Πράξης, που περιήλθε στην κατοχή του POLITICO, αναφέρει ότι ο όρος «Made in EU» θα αφορά περιεχόμενο που προέρχεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση και τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (δηλαδή από τη Νορβηγία, την Ισλανδία και το Λιχτενστάιν). Ωστόσο, η Επιτροπή επιδιώκει επίσης να προσδιορίσει «αξιόπιστους εταίρους» των οποίων η παραγωγή θα θεωρείται ισοδύναμη με ενωσιακής προέλευσης.
Διχογνωμία εντός της Κομισιόν
Οι απόψεις εντός της Επιτροπής διίστανται. Η Γενική Διεύθυνση Εμπορίου (DG TRADE) τάσσεται υπέρ της ένταξης όλων των χωρών με τις οποίες η ΕΕ έχει συνάψει συμφωνία ελεύθερου εμπορίου, ενώ η Γενική Διεύθυνση Εσωτερικής Αγοράς και Βιομηχανίας (DG GROW), που υπάγεται στον Σεζουρνέ, προκρίνει αυστηρότερα κριτήρια, περιορίζοντας τον χαρακτηρισμό «Made in Europe» σε χώρες του ΕΟΧ.
Η διαφωνία αυτή αντανακλά και τις διαφορετικές θέσεις Γαλλίας και Γερμανίας. Για τη Γαλλία, η IAA δεν αποσκοπεί στην τιμωρία ξένων επιχειρήσεων, αλλά στην ενίσχυση της παραγωγής εντός της ΕΕ. Αντίθετα, το γερμανικό υπουργείο Οικονομικών υποστηρίζει ότι οι εμπορικοί εταίροι δεν θα πρέπει να αποκλείονται από τα κριτήρια «Made in EU».
Το σχέδιο έχει προκαλέσει ανησυχία και στο Ηνωμένο Βασίλειο, το οποίο προγραμματίζει αποστολή κορυφαίων υπουργών Εμπορίου στις Βρυξέλλες τον επόμενο μήνα, σε μια «γοητευτική εκστρατεία» υπέρ του «Made in Europe», με στόχο να αποτρέψει τον αποκλεισμό των βρετανικών επιχειρήσεων από τις ευρωπαϊκές δημόσιες προμήθειες.
Ο Σεζουρνέ επιχείρησε να υποβαθμίσει τις αντιδράσεις, δηλώνοντας ότι η IAA και γενικότερα η εισαγωγή της «ευρωπαϊκής προτίμησης» στο νομικό πλαίσιο της Ένωσης συνιστούν σημαντική αλλαγή στην οικονομική της φιλοσοφία, γεγονός που δικαιολογεί τον χρόνο που απαιτείται.
«Είμαι βέβαιος ότι θα καταλήξουμε τελικά σε συμφωνία, λαμβάνοντας υπόψη τις διαφορετικές απόψεις, διατηρώντας παράλληλα το υψηλό επίπεδο φιλοδοξίας της IAA», ανέφερε.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η αρνητική γνωμοδότηση των επιμέρους υπηρεσιών της Επιτροπής δεν εμποδίζει νομικά το Σώμα των Επιτρόπων, υπό την προεδρία της φον ντερ Λάιεν, να εγκρίνει το κείμενο. Θεωρητικά, ακόμη και ένας μόνο επίτροπος μπορεί να ζητήσει την παραπομπή του προς ψήφιση, αν και στην πράξη προτιμάται η λήψη αποφάσεων μέσω συναίνεσης.






