Συγκεκριμένα, σύμφωνα με μετάδοση της Wall Street Journal, ο υπουργός Εξωτερικών της Κίνας, Wang Yi, χαρακτήρισε «απαράδεκτες» τις επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ ενόσω βρίσκονταν σε εξέλιξη διαπραγματεύσεις, «πόσο μάλλον τη δολοφονία ηγέτη κυρίαρχου κράτους και την υποκίνηση αλλαγής καθεστώτος». Σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Ιρανό ομόλογό του, Abbas Araghchi, διαβεβαίωσε ότι η Κίνα «στηρίζει το Ιράν στη διαφύλαξη της κυριαρχίας, της ασφάλειας, της εδαφικής του ακεραιότητας και της εθνικής του αξιοπρέπειας».
Πέρα από τις δηλώσεις, όμως, τα περιθώρια στήριξης είναι περιορισμένα. Ο πόλεμος εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για τα ίδια τα κινεζικά συμφέροντα. Ένα σημαντικό ποσοστό των κινεζικών εισαγωγών πετρελαίου διέρχεται από τα Στενά του Ορμούζ, ένα από τα κρισιμότερα ενεργειακά «λαιμοδέματα» του πλανήτη. Η απειλή της Τεχεράνης να πλήξει πλοία στην περιοχή έχει ήδη προκαλέσει άνοδο στις διεθνείς τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου, πλήττοντας καταναλωτές και οικονομίες.
Ίδια στάση με την αρπαγή Μαδούρο
Παράλληλα, η σύγκρουση αναδεικνύει τα όρια της κινεζικής στρατηγικής οικοδόμησης ενός άτυπου μετώπου κρατών που αμφισβητούν την παγκόσμια κυριαρχία των ΗΠΑ. Ο πρόεδρος Σι Τζιπίνγκ έχει επενδύσει σημαντικό πολιτικό κεφάλαιο σε πρωτοβουλίες όπως η Παγκόσμια Πρωτοβουλία Ασφάλειας και η Παγκόσμια Πρωτοβουλία Ανάπτυξης, προβάλλοντας ένα εναλλακτικό όραμα διεθνούς τάξης έναντι της δυτικής ηγεμονίας. Με τη στήριξη της Κίνας και της Ρωσίας, το Ιράν εντάχθηκε το 2024 στους BRICS και το 2023 στον Οργανισμό Συνεργασίας της Σαγκάης. Ωστόσο, η συμμετοχή σε αυτά τα πολυμερή σχήματα αποδεικνύεται περιορισμένης πρακτικής αξίας για την ασφάλεια της Τεχεράνης.
Η στάση του Πεκίνου ακολουθεί ένα γνώριμο μοτίβο. Όταν οι ΗΠΑ συνέλαβαν τον πρόεδρο της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο κινεζική αντίδραση περιορίστηκε επίσης σε διπλωματικές καταγγελίες. Παρόμοια στάση θα μπορούσε να τηρηθεί και σε περίπτωση αμερικανικής δράσης κατά της Κούβας, με την οποία η Κίνα δηλώνει ότι διατηρεί «σιδερένια φιλία». Το μήνυμα που εκπέμπεται είναι σαφές: η Κίνα επιδιώκει επιρροή, όχι όμως άμεση στρατιωτική εμπλοκή.
Νέα στρατηγικά οφέλη
Την ίδια στιγμή, η κρίση προσφέρει στο Πεκίνο και ορισμένα στρατηγικά οφέλη. Οι ΗΠΑ αναγκάζονται να καταναλώσουν στρατιωτικούς πόρους και αποθέματα πυρομαχικών – συμπεριλαμβανομένων οπλικών συστημάτων που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν σε μια ενδεχόμενη σύγκρουση στον Ινδο-Ειρηνικό, ιδίως γύρω από την Ταϊβάν. Επιπλέον, η μετακίνηση αμερικανικών στρατιωτικών μέσων από την Ασία προς τη Μέση Ανατολή θα μπορούσε να έχει πιο μόνιμο χαρακτήρα εάν η σύγκρουση παραταθεί. Παράλληλα, η Κίνα παρακολουθεί προσεκτικά τις αμερικανικές τακτικές και τον εξοπλισμό, αποκομίζοντας χρήσιμα συμπεράσματα.
Η κατάσταση περιπλέκεται περαιτέρω από τη θέση των αραβικών κρατών του Κόλπου. Η Σαουδική Αραβία πούλησε πέρυσι περισσότερο πετρέλαιο στην Κίνα από ό,τι το Ιράν, ενώ οι κινεζικές επενδύσεις στη Σαουδική Αραβία και στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα υπερβαίνουν κατά πολύ εκείνες στο Ιράν. Οποιαδήποτε κινεζική κίνηση που θα διευκόλυνε ιρανικές επιθέσεις κατά γειτονικών κρατών θα έθετε σε κίνδυνο ζωτικά οικονομικά συμφέροντα του Πεκίνου. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Wang Yi, σε επικοινωνία με τον υπουργό Εξωτερικών του Ομάν, υπογράμμισε πως «η επέκταση του πολέμου δεν εξυπηρετεί τα θεμελιώδη και μακροπρόθεσμα συμφέροντα των κρατών του Κόλπου».
Το 90% των ιρανικών εξαγωγών καταλήγει στην Κίνα
Η σχέση Κίνας–Ιράν παραμένει σημαντική, αλλά άνιση. Το Πεκίνο απορροφά περίπου το 90% των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου, οι οποίες όμως αντιστοιχούν μόλις στο 12% των συνολικών κινεζικών εισαγωγών. Το 2021 οι δύο χώρες ανακοίνωσαν 25ετή συμφωνία οικονομικής συνεργασίας ύψους 400 δισ. δολαρίων, ωστόσο η υλοποίηση προχωρεί αργά, εν μέρει λόγω των αμερικανικών κυρώσεων. Για να παρακάμψουν τους περιορισμούς, έχουν χρησιμοποιήσει πολύπλοκα σχήματα μεταφόρτωσης πετρελαίου από πλοίο σε πλοίο, αποκρύπτοντας την ιρανική προέλευση του αργού και αποφεύγοντας το διεθνές τραπεζικό σύστημα μέσω επενδύσεων σε υποδομές.
Παρά τη συνεργασία τους, η Τεχεράνη εξαρτάται πολύ περισσότερο από το Πεκίνο απ’ ό,τι το αντίστροφο. Η Κίνα έχει επίσης λάβει μέτρα για να μειώσει την ενεργειακή της ευαλωτότητα: έχει ενισχύσει τα στρατηγικά της αποθέματα πετρελαίου και επιταχύνει τη στροφή σε ηλεκτρικά οχήματα και τεχνολογίες που περιορίζουν την κατανάλωση ορυκτών καυσίμων, η οποία εκτιμάται ότι θα κορυφωθεί τα επόμενα χρόνια.
Συνολικά, η κρίση στο Ιράν φέρνει στο προσκήνιο ένα βασικό δίλημμα της κινεζικής εξωτερικής πολιτικής: πώς να προωθήσει έναν πολυπολικό κόσμο χωρίς να επωμιστεί το κόστος της άμεσης σύγκρουσης με τις ΗΠΑ. Προς το παρόν, το Πεκίνο επιλέγει να υψώνει τη φωνή του, αλλά να κρατά τα στρατεύματά του μακριά από το πεδίο μάχης – παραμένοντας θεατής σε μια σύγκρουση που επηρεάζει άμεσα τα συμφέροντά του, αλλά δεν επιθυμεί να την καταστήσει και δική του.






