Η κοινωνία ασφαλώς χρειάζεται στήριξη. Η ακρίβεια έχει διαβρώσει το πραγματικό εισόδημα, το στεγαστικό πιέζει ιδιαίτερα τις νεότερες γενιές και το δημογραφικό εξελίσσεται σε μείζον εθνικό πρόβλημα. Η κοινωνική πολιτική, επομένως, δεν είναι πολυτέλεια. Πρέπει όμως να στηρίζεται σε πραγματικά και επαναλαμβανόμενα έσοδα.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης εμφανίζει σήμερα το πλεονέκτημα της μεγαλύτερης δημοσιονομικής βεβαιότητας. Το πακέτο των 2,2 δισ. ευρώ εντάσσεται στον κυβερνητικό σχεδιασμό και πρέπει να χωρέσει τόσο στον προϋπολογισμό όσο και στους ευρωπαϊκούς κανόνες δαπανών. Αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι τα μέτρα του είναι κοινωνικά δικαιότερα ή οικονομικά αποτελεσματικότερα. Σημαίνει όμως ότι ο κίνδυνος να μην υπάρχουν τα χρήματα είναι μικρότερος.
Η περίπτωση του Αλέξη Τσίπρα είναι πιο σύνθετη. Το πρόγραμμά του κοστολογείται από την πλευρά του στα 7,39 δισ. ευρώ σε βάθος τετραετίας, με περίπου 1,92 δισ. νέα έσοδα και καθαρή επιβάρυνση 5,47 δισ. ευρώ. Αν αυτοί οι αριθμοί επαληθεύονται, το μέσο ετήσιο κόστος δεν είναι εξωπραγματικό.
Το κρίσιμο «αν», όμως, είναι μεγάλο. Μειώσεις ΦΠΑ, μισθολογικές παρεμβάσεις, Υγεία, Παιδεία και κυρίως το φιλόδοξο πρόγραμμα δεκάδων χιλιάδων κατοικιών μπορούν να αλλάξουν δραστικά τον τελικό λογαριασμό. Γι' αυτό ούτε η κοστολόγηση Τσίπρα ούτε η πολύ υψηλότερη κυβερνητική εκτίμηση πρέπει να γίνονται δεκτές ως ευαγγέλιο. Χρειάζεται ανεξάρτητος έλεγχος, μέτρο προς μέτρο.
Ο Νίκος Ανδρουλάκης κινείται προς το παρόν πιο συγκρατημένα, με παρεμβάσεις όπως ο 13ος μισθός στο Δημόσιο, νέο ΕΚΑΣ και στοχευμένες φορολογικές αλλαγές. Η τελική κρίση, όμως, πρέπει να περιμένει την ολοκληρωμένη φετινή πρόταση και την κοστολόγησή της.
Η Ελλάδα έχει πληρώσει ακριβά την εποχή όπου η πολιτική αξιολογούνταν από το μέγεθος των υποσχέσεων. Αλλά και η δημοσιονομική πειθαρχία δεν μπορεί να αποτελεί μόνιμο άλλοθι όταν η ανάπτυξη δεν περνά επαρκώς στο διαθέσιμο εισόδημα.
Σήμερα, ο Μητσοτάκης προηγείται στη δημοσιονομική αξιοπιστία, ο Τσίπρας στη φιλοδοξία αλλά και στο ρίσκο κοστολόγησης, ενώ για τον Ανδρουλάκη η εικόνα παραμένει ανοιχτή.
Τελικά, κάθε πακέτο παροχών πρέπει να απαντά σε τρεις ερωτήσεις. Πόσο κοστίζει; Ποιος το πληρώνει; Και μπορεί να συνεχίσει να το πληρώνει;
Γιατί κοινωνική πολιτική δεν είναι να μοιράζεις χρήματα. Είναι να μπορείς να τα μοιράζεις χωρίς να στέλνεις τον λογαριασμό στην επόμενη γενιά.






