Τα στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν την Πέμπτη δημιουργούν θετικές ενδείξεις για την πορεία της οικονομίας της Ευρωζώνης συνολικά, η οποία μέχρι στιγμής έχει απορροφήσει τους κραδασμούς και την αβεβαιότητα που προκάλεσε η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή. Η Eurostat ανακοίνωσε ότι το ΑΕΠ της περιοχής αυξήθηκε κατά 0,4% το δεύτερο τρίμηνο, σύμφωνα με την προκαταρκτική της εκτίμηση, στην οποία δεν περιλαμβάνονται τα στοιχεία για την Ελλάδα. Πρόκειται για τον υψηλότερο ρυθμό ανάπτυξης σε διάστημα μεγαλύτερο του ενός έτους, ενώ ξεπέρασε σημαντικά τις εκτιμήσεις των οικονομολόγων που προέβλεπαν αύξηση 0,2%.
Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, το εποχικά προσαρμοσμένο ΑΕΠ ενισχύθηκε κατά 0,5% σε σχέση με το πρώτο τρίμηνο του 2026. Υπενθυμίζεται ότι κατά το πρώτο τρίμηνο της χρονιάς η οικονομία της Ευρωζώνης είχε παραμείνει στάσιμη, ενώ η οικονομία της ΕΕ είχε αναπτυχθεί οριακά κατά 0,1%.
Σε ετήσια βάση, το εποχικά προσαρμοσμένο ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 1% στη ζώνη του ευρώ και κατά 1,2% στην ΕΕ το δεύτερο τρίμηνο του 2026, έναντι ετήσιας αύξησης 0,5% και 0,8% αντίστοιχα στο προηγούμενο τρίμηνο.
Η Γερμανία, η Ιταλία και η Γαλλία κατέγραψαν ανάπτυξη 0,2%, με τη Γαλλία να αποφεύγει την ύφεση μετά την αδύναμη εικόνα του πρώτου τριμήνου. Ισχυρότερη ήταν η επίδοση της Ισπανίας, η οικονομία της οποίας επεκτάθηκε κατά 0,7%, ξεπερνώντας τις προβλέψεις.
Πληθωρισμός και ΕΚΤ
Η Ευρωζώνη κατάφερε σε μεγάλο βαθμό να διατηρήσει τη δυναμική της παρά τις πιέσεις που προκάλεσε ο πόλεμος στο Ιράν, ο οποίος οδήγησε σε σημαντική άνοδο των τιμών του πετρελαίου, ενισχύοντας τις πληθωριστικές πιέσεις, επιβαρύνοντας τα νοικοκυριά και περιορίζοντας τις επενδύσεις.
Παράλληλα, πρόσφατοι δείκτες καταγράφουν περαιτέρω βελτίωση του οικονομικού κλίματος, ωστόσο οι ανησυχίες επανέρχονται καθώς η αναζωπύρωση των συγκρούσεων δημιουργεί νέα εμπόδια στις ειρηνευτικές συνομιλίες μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης. Στη Γερμανία και τη Γαλλία οι επιχειρήσεις εμφανίστηκαν πιο αισιόδοξες από ό,τι ανέμεναν οι αναλυτές τον Ιούλιο.
Ωστόσο, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα προειδοποιεί ότι οι πλήρεις συνέπειες του ενεργειακού σοκ «δεν έχουν ακόμη εκδηλωθεί πλήρως». Η ΕΚΤ αποφάσισε να διατηρήσει αμετάβλητα τα επιτόκια αυτόν τον μήνα, ωστόσο επισήμανε ότι παραμένουν ανοδικοί κίνδυνοι για τον πληθωρισμό και καθοδικοί κίνδυνοι για την ανάπτυξη.
Ορισμένα μέλη της ΕΚΤ τάσσονται ήδη δημόσια υπέρ μιας νέας αύξησης των επιτοκίων μετά την κίνηση του Ιουνίου, ενώ οι αγορές προεξοφλούν νέα παρέμβαση τον Σεπτέμβριο.
Ο πληθωρισμός στην Ισπανία αυξήθηκε περισσότερο από τις προβλέψεις τον Ιούλιο, φτάνοντας το 3,8%, ενώ αντίστοιχα στοιχεία από γερμανικές περιφέρειες έδειξαν επίσης επιτάχυνση των τιμών. Τα στοιχεία που αναμένονται την Παρασκευή εκτιμάται ότι θα δείξουν πως ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη ενισχύθηκε ελαφρά στο 2,9%.
Ο διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Σλοβακίας, Πίτερ Καζίμιρ, δήλωσε αυτή την εβδομάδα ότι η ΕΚΤ θα πρέπει να αυξήσει το κόστος δανεισμού τουλάχιστον μία ακόμη φορά, ώστε να διασφαλιστεί ότι οι πληθωριστικοί κίνδυνοι δεν θα τεθούν εκτός ελέγχου.
Οι προκλήσεις για τις μεγάλες οικονομίες
Παρά την επιβράδυνση της γερμανικής οικονομίας στο δεύτερο τρίμηνο, μετά το ιδιαίτερα ισχυρό ξεκίνημα της χρονιάς —το οποίο μάλιστα αναθεωρήθηκε την Πέμπτη ανοδικά στο 0,4%— η δραστηριότητα παρέμεινε πιο ανθεκτική από τις αρχικές εκτιμήσεις.
Νεότεροι δείκτες δείχνουν σημάδια βελτίωσης, χάρη στις μεγάλες επενδύσεις σε υποδομές και άμυνα, αλλά και στην αισιοδοξία που προκαλεί το νέο πακέτο μεταρρυθμίσεων που παρουσιάστηκε μέσα στον μήνα. Σύμφωνα με το υπουργείο Οικονομίας, τα θετικά δεδομένα ενισχύουν τις προσδοκίες για ανάκαμψη στο δεύτερο εξάμηνο του 2026, αν και η πορεία εξακολουθεί να εξαρτάται από τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή.
Στη Γαλλία, το ΑΕΠ επέστρεψε σε θετικό έδαφος μετά την απρόσμενη συρρίκνωση 0,1% στο πρώτο τρίμηνο. Τα στοιχεία έδειξαν αύξηση των καταναλωτικών δαπανών κατά 0,2% και ενίσχυση από το εξωτερικό εμπόριο, ωστόσο οι επενδύσεις μειώθηκαν για δεύτερο συνεχόμενο τρίμηνο.
Ο υπουργός Οικονομικών Ρολάν Λεσκίρ εμφανίστηκε αισιόδοξος, υποστηρίζοντας ότι η Γαλλία ξεπερνά τις δυσκολίες και πως τα στοιχεία της Πέμπτης επιβεβαιώνουν την κυβερνητική πρόβλεψη για ανάπτυξη 0,7% φέτος, παρά το γεγονός ότι ο περιορισμός του υψηλού δημοσιονομικού ελλείμματος γίνεται δυσκολότερος.
Η Ιταλία, ως η δεύτερη μεγαλύτερη καταναλώτρια φυσικού αερίου στην ΕΕ μετά τη Γερμανία, παραμένει ιδιαίτερα ευάλωτη στις αυξήσεις των ενεργειακών τιμών που προκαλεί η σύγκρουση με το Ιράν. Η κυβέρνηση και η κεντρική τράπεζα εκτιμούν ότι η οικονομία θα αναπτυχθεί κατά 0,6% φέτος, στόχος που ενδέχεται να καταστεί πιο δύσκολος εάν υποχωρήσουν οι επενδύσεις και η κατανάλωση.
Η επιδείνωση των προοπτικών δημιουργεί πρόσθετες πιέσεις για την πρωθυπουργό Τζόρτζια Μελόνι, η οποία καλείται να διαχειριστεί τις εντάσεις στο κυβερνητικό στρατόπεδο και να ισορροπήσει μεταξύ των δημοσιονομικών απαιτήσεων της ΕΕ και της ανάγκης προστασίας των πολιτών από τις επιπτώσεις της κρίσης ενόψει των εκλογών του επόμενου έτους.
Η Ισπανία, από την άλλη πλευρά, εξακολουθεί να παρουσιάζει καλύτερες επιδόσεις σε σχέση με άλλες μεγάλες οικονομίες από την έναρξη της πανδημίας, χάρη στην ισχυρή κατανάλωση, την ένταξη μεταναστών στην αγορά εργασίας, την ανάκαμψη του τουρισμού και την αξιοποίηση ευρωπαϊκών κονδυλίων.
Η ανάπτυξη αυτή συνοδεύτηκε από τη σημαντικότερη βελτίωση της αγοράς εργασίας από την περίοδο της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης, ενώ παράλληλα μειώθηκαν τόσο το δημοσιονομικό έλλειμμα όσο και το δημόσιο χρέος.
«Σε ένα τόσο δύσκολο και περίπλοκο περιβάλλον, είμαστε σε καλό δρόμο για να κλείσουμε το 2026 με ρυθμό ανάπτυξης πέντε φορές ταχύτερο από αυτόν της Ιταλίας, τέσσερις φορές ταχύτερο από αυτόν της Γερμανίας και τρεις φορές ταχύτερο από αυτόν της Γαλλίας», δήλωσε αυτή την εβδομάδα ο πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ. Η ισπανική κυβέρνηση προβλέπει ανάπτυξη 2,6% για το 2026.



