Μέσα από τα μάτια των πολιτικών πρωταγωνιστών της περιόδου και παραθέτοντας πλούσια ερευνητικά δεδομένα, «Η πρώτη μετάδοση» ανατέμνει τις σχέσεις εξουσίας -μεταξύ κομμάτων, παλατιού και Τύπου- πίσω από τη συγκρότηση ενός θεσμού που σήμερα έχει καθιερωθεί στην ελληνική κοινή γνώμη: τη δημόσια τηλεόραση.
Μέσα από τις σελίδες του πολιτικού αυτού κόμικ ανασυντίθεται μια ιδιαίτερα πυκνή πολιτικά περίοδος για την ελληνική ιστορία. Ειδικότερα, η υπόθεσή του ξετυλίγεται από τις «Εκλογές βίας και νοθείας» του 1961 έως και τα καθοριστικά γεγονότα του 1965 με το βασιλικό πραξικόπημα, την Αποστασία και τα Ιουλιανά, μια περίοδο που ο Γιάννης Μαυρής έχει χαρακτηρίσει ως τον «ελληνικό Μάη του ‘68».
Η «άφιξη» της τηλεόρασης στην Ελλάδα την περίοδο εκείνη αναδιαμόρφωσε το τοπίο στο χώρο της επικοινωνίας. Τα παραδοσιακά ΜΜΕ της εποχής – έντυπος τύπος, ραδιόφωνο και κινηματογράφος – είχαν «θορυβηθεί» έκδηλα εκφράζοντας φόβους για τη μελλοντική τους επιβίωση.
Παράλληλα όμως, ο έλεγχος της παραγόμενης από την τηλεόραση ενημέρωσης, η αξιοποίηση και πολιτική εκμετάλλευση της δύναμης του νέου αυτού μέσου κατέστη πεδίο αντιπαράθεσης και «μήλον της έριδος» μεταξύ πολιτικών παραγόντων, επιχειρηματιών και παλατιού διαμορφώνοντας ένα νέο πολιτικό σκηνικό.
Παίρνοντας λοιπόν ως αφετηρία όλα τα παραπάνω, συζητήσαμε με το δημιουργό κόμικς Σπύρο Δερβενιώτη για νέο αυτό έργο, το ευρύτερο πολιτικό και ιστορικό συγκείμενο της εποχής, αλλά και για την ιστορία της Ένατης Τέχνης στη χώρα μας.
Ο ίδιος αναφέρθηκε καταρχάς στη συνεργασία του με την Αγγελική Σαλαμαλίκη όσον αφορά τα χρώματα στην «Πρώτη Μετάδοση»:
Είναι τρομερή καλλιτέχνης από μόνη της, δεν είναι απλώς βρήκαμε και έναν που ξέρει από γραφιστική για να βάλει τα χρώματα. Πρόκειται ουσιαστικά για τη σύμπραξη δύο καλλιτεχνών. Αυτό είναι και ασυνήθιστο λίγο για τα ελληνικά δεδομένα, αλλά και πάρα πολύ ευπρόσδεκτο.
Μέχρι στιγμής, οι περισσότεροι δημιουργοί στην Ελλάδα είναι one man show. Τα κάνουν όλα μόνοι τους. Έχουν συμβεί συνέργειες που κάποιος είναι αυστηρά σεναριογράφος και κάποιος αυστηρά σχεδιαστής, αλλά μέχρι εκεί. Η άκρα εξειδίκευση που έχουν στην Αμερική, που άλλος κάνει το χρώμα, άλλος το lettering, άλλος το εξώφυλλο {δεν υπάρχει εδώ}. Εκεί υπάρχει αλυσίδα παραγωγής, γιατί η παραγωγή είναι βιομηχανοποιημένη.
Το μόνο που έχω να καταθέσω είναι ότι -όχι μόνο βελτιώνει-, αλλά κάνει και πολύ πιο ευχάριστη τη δημιουργική διαδικασία. Γιατί είναι πολύ μοναχική τέχνη το κόμικ. Το ξέρουν αυτό οι περισσότεροι κομίστες. Και το προηγούμενο μου κόμικ – η βιογραφία του Θανάση Βέγγου - και αυτό φτιάχτηκαν «παρεΐστικα», με όλη την καλή έννοια που φέρνει αυτό στο να είναι λιγότερο «το βάσανο της δημιουργίας».
Ακολουθεί η συζήτησή μας μαζί του
Πρόκειται για μια ιστορική περίοδο που δεν έχει αποτυπωθεί ιδιαίτερα σε καλλιτεχνικό επίπεδο. Θα μπορούσα να επισημάνω ίσως τη «Χαμένη Άνοιξη» του Στρατή Τσίρκα. Πώς σας ήρθε λοιπόν η ιδέα να ασχοληθείτε με αυτήν;
Η ιδέα ήρθε «από σπόντα». Έψαχνα μήπως κάνω κάτι για το Φρέντυ Γερμανό και ήθελα να επικεντρωθώ στο «Αλάτι και Πιπέρι» που έκανε, μια θρυλική εκπομπή που την έβλεπα μικρός και μου είχε κάνει από τότε εντύπωση. Ψάχνοντας λοιπόν αν ήταν και η πρώτη εκπομπή της ελληνικής τηλεόρασης -όπως πίστευα-, έπεσα πάνω στην «πρώτη εκπομπή ελληνικής τηλεόρασης» και στην Ελένη Κυπραίου να διηγείται σε κάποιο από τα επετειακά της ΕΡΤ ότι «κρυβόμασταν για να μη μας βρουν οι Αποστάτες». Ήταν οι τρεις λέξεις-κλειδιά που χρειαζόμουνα. Αποστάτες, άρα μιλάμε για 1965. Αυτό ήταν όλο.
Ένα ακόμη πράγμα που μου κέντρισε το ενδιαφέρον ήταν η καχυποψία απέναντι στην τηλεόραση, ως νέο μέσο την εποχή εκείνη.
Ναι, γιατί όλοι φοβόντουσαν ότι θα ευνοήσει τους αντιπάλους τους.
Σήμερα βλέπουμε ότι ο συγκεκριμένος «φόβος» και η ανάγκη για τον έλεγχο των ΜΜΕ έχει μετατοπιστεί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Πλέον έχουμε φύγει μακράν από το φόβο του μέσου. Έχουμε πάει στην «άλωση» του οποιουδήποτε μέσου. Δηλαδή, ειδικά για τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης γνωρίζουμε πλέον -και με ποσά και με τα πάντα- ότι την περίοδο των εκλογών η Νέα Δημοκρατία είχε «αγοράσει» όλο το internet.
Με την τηλεόραση και τις εφημερίδες έγινε ακριβώς το ίδιο. Η περίφημη «λίστα Πέτσα»έχει γίνει Wikipedia entry. Επρόκειτο για μια βιομηχανοποίηση του ελέγχου του τύπου η οποία τεκμαίρεται και από το γεγονός ότι η πρώτη πράξη του Κυριάκου -πλέον- Μητσοτάκη ως πρωθυπουργού ήταν να πάρει στην απόλυτη ευθύνη του τρία πράγματα: την ΕΥΠ, το ΑΠΕ-ΜΠΕ -δηλαδή ουσιαστικά το μοναδικό τροφοδότη των εφημερίδων με φρέσκια πολιτική ύλη- και την ΕΡΤ. Τρία πράγματα δηλαδή που ήταν οι κάνουλες της ενημέρωσης.
Ίσως λοιπόν ως προς την απόπειρα ελέγχου των μέσων να μην έχουν αλλάξει και τόσο τα πράγματα, όπως το περιγράφετε.
Δεν έχει αλλάξει απολύτως τίποτα, ούτε καν στο σημείο ότι ακόμα έχουμε πρωθυπουργό έναν Μητσοτάκη ο οποίος ακολούθησε έναν πρωθυπουργό Παπανδρέου τα πολύ πρόσφατα χρόνια. Επίσης, περιγράφεται κάπου στις τελευταίες σελίδες – ας κάνουμε ένα spoiler – και το πρώτο «μαύρο» στην ΕΡΤ. Δηλαδή, με το πού ξεκίνησε η τηλεόραση, η πρώτη πράξη ήταν να πέσει «μαύρο» από το Στεφανόπουλο. Μετά, από το Σαμαρά. Τόσο πολύ δεν έχει αλλάξει τίποτα.
Θα θέλατε να μας μιλήσετε λίγο και για τους πολιτικούς πρωταγωνιστές της ιστορίας;
Ναι, είμαστε στην κομβική περίοδο που τελειώνει η μονοκρατορία πολλών δεκαετιών ΕΡΕ και Καραμανλή η οποία κορυφώθηκε με τις Εκλογές Βίας και Νοθείας το 1961 και έγινε κυβέρνηση μετά βασάνων η Ένωση Κέντρου η οποία ήταν ας πούμε ένα «συνονθύλευμα αντίρροπων δυνάμεων» οι οποίες οδήγησαν τελικά και στη διάλυσή της, ακριβώς επειδή ήταν αντίρροπες.
Ένας άνθρωπος σαν εμένα που δεν είναι «της πρώτης νιότης», αλλά δεν έζησε και τα γεγονότα και είχε απλώς την «ηχώ» τους, ακούει κυβέρνηση Ένωσης Κέντρου και καταλαβαίνει κάτι που μπορεί να κράτησε εφτά ή οκτώ χρόνια. Συνειδητοποίησα λοιπόν με αυτή την ιστορία ότι κράτησε ακριβώς ένα χρόνο και κάτι. Ήταν δηλαδή μια θρυαλλίδα ιστορίας, μια «άνοιξη» όπως έγραψε και ο Μαυρής σε μια δική του ανάλυση της Αποστασίας. Μια στιγμή ιστορίας ανάμεσα σε δεκαετίες «μαυρίλας» που ακολούθησαν τον Εμφύλιο και κορυφώθηκαν το 1961 και ακολουθήθηκαν από μια τουλάχιστον ακόμη Επταετία «μαυρίλας» μέχρι τη Μεταπολίτευση.
Για τα πολιτικά ήθη της εποχής
Όπως διαβάζουμε και στο κόμικ κάποιοι άνθρωποι ήταν κομβικοί ως προς τη δημιουργία του πρώτου τηλεοπτικού σταθμού και είχαν και ένα όραμα γύρω από αυτό. Θα θέλατε να πούμε λίγα παραπάνω λόγια για αυτούς, π.χ. για το Μιχάλη Γιαννακάκο και τον Αναστάσιο Πεπονή;
Ο Γιαννακάκος ήταν ένας άνθρωπος που διάβαζε «κάργα» ξένο τύπο και ήταν -όπως τον περιγράφει ο Δάμπασης – ένας γοητευτικότατος τύπος σαν τον Κάρι Γκράντ. Προσπάθησα να το μεταδώσω αυτό γιατί υπάρχουν κάποια βίντεό του να μιλάει. Οπότε είδα ότι ήταν πράγματι ένας «ποταμός γλαφυρότητας», ένας λαλίστατος και ευχάριστος άνθρωπος.
Κάτι το οποίο δε φαίνεται ούτε στο κόμικ είναι ότι και ο Πεπονής -και φαντάζομαι και άλλοι άνθρωποι- είχαν μια θεωρητική αναζήτηση πάνω στο μέσο η οποία αποτυπώθηκε τόσο σε μελέτες, όσο και σε ομιλίες που έκανε ο συγκεκριμένος ως διευθυντής του ΕΙΡ. Φαίνεται λοιπόν ότι δεν ήταν άνθρωποι «τεχνοκρατο-αυτοφωράκηδες» που μπήκαν σε ένα πόστο από μια κυβέρνηση για να «κρατάνε τα μπόσικα». Ασχολήθηκαν με το αντικείμενο, «ιδρώσανε τη φανέλα» πάνω σε αυτό και είχαν και ένα όραμα -ακριβώς- για το πώς πρέπει να κινείται. Η μεγάλη μάχη που δόθηκε τότε -και νομίζω το κόμικ το μεταφέρει κάπως αυτό- ήταν να παραμείνει η τηλεόραση δημόσια και ψυχαγωγική με την καλή έννοια. Δηλαδή, η μέριμνα να υπάρχουν μορφωτικές εκπομπές, επίπεδο, μια προσφορά στην κοινωνία και όχι απλώς να κάνουμε κάτι το οποίο θα φέρει σε όλα τα αυτιά τη γραμμή της κυβέρνησης.
Για τη σημασία της «ιδεολογικής ηγεμονίας της αριστεράς»
Μια και μιλάμε για πολιτικά ήθη των εποχών, όντως σήμερα υπάρχει μια ιδεολογική μεταστροφή. Δηλαδή, αυτό που έχει φτάσει να λέγεται «ιδεολογική ηγεμονία της αριστεράς» βασιζόταν στο εξής, το οποίο το είχαμε θίξει και στο κόμικ που είχαμε κάνει για το Βέγγο. Ότι καταρχήν η επιβολή της πολιτικής ηγεμονίας της δεξιάς έγινε με ξερονήσια και εξορίες.
Αν ψάξει κανείς το «who is who» των ξερονησιών και των εξοριών θα δει ότι αυτοί που θεωρήθηκαν «μιάσματα, άξια προς εξορισμό» ήταν πραγματικά όσοι έκαναν πνευματική παραγωγή στην Ελλάδα. Οι ποιητές, οι καλλιτέχνες, οι Βέγγοι μας, οι Κούνδουροί μας, οι Ρίτσοι μας και ένα σωρό άλλος καλός κόσμος. Έχω συγκρατήσει μια φράση του Βασιλικού όταν είχαν ξεκινήσει οι δίκες της Χούντας: «άλλο δε θέλανε, παρά να φέρουνε τον κόσμο στα μέτρα της καρδιάς». Αυτό ήταν η ιδεολογική ηγεμονία της αριστεράς. Οι άνθρωποι που είχαν ένα όραμα για έναν καλύτερο κόσμο. Άσχετο, αν ο κάθε Σκαλούμπακας σήμερα θα το μεταμφιέσει σε «ήθελαν να μας κάνουνε κομμούνια». Αλλά όλοι ξέρανε και τότε και το βλέπουν ακόμη στον ύπνο τους ότι ουσιαστικά είχαν να πατάξουνε ονειροπόλους.
Τώρα πια είναι πολλά χρόνια που δεν έχουμε ονειροπόλους γιατί δεν υπάρχει ο ιστορικός περίγυρος που θα γεννήσει τόση ονειροπόληση. Είχαμε μια σειρά από ήττες, οι οποίες ξεκινάνε από το διεθνές ’89. Την πτώση του τείχους και την απώλεια του αντίπαλου δέους. Από κει και πέρα, μιλάμε για μια πολιτική μονοκρατορία που έφερε στους νικητές μια σήψη υπαρξιακή, πολιτική και ηθική. Ποτέ οι νικητές, δε χάρηκαν τη νίκη τους. Αυτό είναι το φοβερό. Και για αυτό έχουν τόση αγωνία, τόσες δεκαετίες μετά να λύσουνε το «σκορ» του ποιος έχει την ιδεολογική ηγεμονία. Γιατί θεωρούν ότι είναι η ιστορική ευκαιρία τους να ξεπλύνουνε ανομήματα του παρελθόντος, που τους βαραίνανε διαγενεακά.
«Η καλύτερη περίοδος του ελληνικού κόμικ»
Στη μεταξύ μας συζήτηση μου σχολιάσατε ότι είναι η καλύτερη περίοδος του ελληνικού κόμικ. Θέλετε να μας πείτε περισσότερα;
Αν πιάσουμε την αρχή των ελληνικών κόμικς, μιλάμε για την περίοδο της Βαβέλ. Τότε αρχίζουν να υπάρχουν Έλληνες δημιουργοί να δημοσιεύουν έστω και σποραδικά μέχρι τέσσερις σελίδες σε ένα χρόνο. Μιλάμε ουσιαστικά για τη βρεφική περίοδο του ελληνικού κόμικς. Πέντε έως δέκα δημιουργοί είχαν την ευχέρεια να δημοσιεύσουν τέσσερις ή σαράντα σελίδες το χρόνο και αν. Το άπιαστο όνειρο για έναν κομίστα τότε ήτανε να βγάλει ένα άλμπουμ, όπως το άπιαστο όνειρο των σκηνοθετών ήταν να βγάλουν μια ταινία μεγάλου μήκους.
Αυτό «εκτοξεύτηκε» όταν ξεκίνησε το Φεστιβάλ της Βαβέλ γύρω στο 1996-1997 όταν και άρχισε ένα ανανεωμένο ενδιαφέρον για τα κόμικς. Το γεγονός αυτό κορυφώθηκε το όταν δημιουργήθηκε το ένθετο κόμικς 9 της Ελευθεροτυπίας, το οποίο ξαφνικά έγινε «φυτώριο» ανανέωσης τόσο της παλιάς καριέρας των δημιουργών της Βαβέλ -που ξαφνικά είχαν τρομακτικά μεγαλύτερο κοινό-, όσο και μιας νέας γενιάς που διοχετεύτηκε μετά μέχρι και στην Αμερική. Δηλαδή, ο Ηλίας Κυριαζής και ο Βασίλης Λώλος ξεκίνησαν από το 9. Ο Πέτρος ο Ζερβός και εγώ ξαναβρήκαμε το κοινό που μας είχε γνωρίσει στη Βαβέλ. Επειδή τότε η Ελευθεροτυπία πούλαγε πολλά φύλλα μπήκαμε ουσιαστικά σε πάρα πολλά σπίτια. Δηλαδή, το κόμικς ουσιαστικά συστήθηκε σε πολύ μεγαλύτερο κοινό από ότι θα μπορούσε ποτέ.
«Κύλησε το νερό στ’ αυλάκι» και από τότε ξεκίνησε το Comicdom. Το φεστιβάλ που ήταν το ετήσιο ραντεβού απ’ όπου θα περνούσε όλος ο κόμικ-ασχολούμενος, αλλά και μη ασχολούμενος κόσμος. Έτσι, οι καλλιτέχνες είχαν το κίνητρο να βγάζουν κάθε χρόνο μια νέα έκδοση, έστω και δώδεκα σελίδων. Εξέλισσαν τα μέσα τους, «αυγατίσανε» πολύ οι εκδόσεις και είχαν και ένα κοινό να τα στηρίξει, γιατί όλο και κάποιος θα περνούσε από ένα τραπέζι, θα έβλεπε κάτι που δε θα το έβλεπε σε ένα βιβλιοπωλείο. Θα μάθαινε την ύπαρξή του, θα του κινούσε το ενδιαφέρον, θα το έπαιρνε, θα μιλούσε με τον καλλιτέχνη, θα έπαιρνε την αφιέρωσή του κτλ.
Το κόμικ ως «παιδαγωγικό μέσο»
Και είναι και ένας τρόπος το κόμικ, -μιλώντας και για την «Πρώτη Μετάδοση» να γνωρίσει κανείς και την ιστορία. Δηλαδή, εγώ ήρθα σε επαφή με μια ιστορία που δεν την ήξερα.
Αυτό για τα κόμικς ήταν και «ευχή και κατάρα». Έχουνε πλέον μια έξωθεν καλή μαρτυρία ότι μπορούμε να είμαστε και ένα «παιδαγωγικό μέσο» και αυτό κατά τη γνώμη μου είναι και μια κατάρα για ένα μέσο το οποίο ήταν πάντα λίγο το «ροκ καταραμένο και απαγορευμένο». Όταν ήταν το ροκ, καταραμένο και απαγορευμένο, έβγαζε και τις καλύτερες δουλειές, οι οποίες είχαν και ζωντάνια και πρωτοτυπία και ρίσκο μεγάλο, φαντασία. Υπάρχει ο κίνδυνος λοιπόν με τη σαγήνη του σίγουρου και αποδεκτού να χάσουμε λίγο τη «ροκιά» μας.


