Μιλώντας στο Bloomberg από το Δουβλίνο, όπου συμμετέχει στη συνάντηση Ευρωπαίων υπουργών Οικονομικών και κεντρικών τραπεζιτών, ο κ. Στουρνάρας χαρακτήρισε «καλή είδηση» το γεγονός ότι μέχρι σήμερα δεν έχουν καταγραφεί δευτερογενείς επιπτώσεις στον πληθωρισμό, όπως θα μπορούσαν να προκύψουν από αυξήσεις στους μισθούς. Παράλληλα, προειδοποίησε ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί βέβαιο πως η συγκεκριμένη εικόνα θα διατηρηθεί.
«Βλέπουμε μια αλληλουχία σοκ από την πλευρά της προσφοράς και δεν μπορούμε απλώς να τα αγνοήσουμε. Παράλληλα, υπάρχει και ένας ισχυρός παράγοντας ζήτησης λόγω της δημοσιονομικής επέκτασης και της έκρηξης των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη», σημείωσε. «Πρέπει να παραμείνουμε σε εγρήγορση», πρόσθεσε.
Η ΕΚΤ εξετάζει το ενδεχόμενο νέας αύξησης επιτοκίων
Οι αξιωματούχοι της ΕΚΤ έχουν ήδη προχωρήσει σε δύο αυξήσεις επιτοκίων από την έναρξη του πολέμου στο Ιράν και πλέον αξιολογούν τα επόμενα βήματα της νομισματικής πολιτικής, καθώς ο πληθωρισμός εξακολουθεί να βρίσκεται πάνω από το 3%, ενώ ο στόχος της κεντρικής τράπεζας είναι 2%.
Στο εσωτερικό του Διοικητικού Συμβουλίου υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις. Ορισμένα μέλη εκτιμούν ότι η ανθεκτικότητα που παρουσιάζει η ευρωπαϊκή οικονομία αφήνει περιθώριο για περαιτέρω αυξήσεις των επιτοκίων. Άλλα μέλη, όμως, προειδοποιούν ότι η ανάπτυξη ενδέχεται να μην μπορέσει να αντέξει μια νέα φάση αυστηρότερης νομισματικής πολιτικής.
Με περισσότερες από τέσσερις εβδομάδες να απομένουν μέχρι την επόμενη συνεδρίαση της ΕΚΤ, ο κ. Στουρνάρας δεν έδειξε να έχει καταλήξει σε οριστική θέση, επισημαίνοντας ότι καθοριστικό ρόλο θα διαδραματίσουν οι νέες προβλέψεις της κεντρικής τράπεζας.
«Εάν υπάρξει έξαρση του πληθωρισμού τον Σεπτέμβριο ή αύξηση του ενεργειακού κόστους που θα μας οδηγήσει βαθιά στο δυσμενές σενάριο, μια αύξηση επιτοκίων τον Οκτώβριο δεν μπορεί να αποκλειστεί», δήλωσε.
«Αλλά εάν υπάρχει αμφιβολία, δεν θα κάνουμε τίποτα και θα περιμένουμε τον επόμενο κύκλο προβλέψεων. Δεν υπάρχει ανάγκη να βιαστούμε», πρόσθεσε.
Πετρέλαιο και φυσικό αέριο αυξάνουν τους κινδύνους για τον πληθωρισμό
Η νέα άνοδος στις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου επαναφέρει στο επίκεντρο τις πληθωριστικές πιέσεις και τον κίνδυνο που αυτές δημιουργούν για τις αποφάσεις της ΕΚΤ.
Η πρόεδρος της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ έχει επισημάνει ότι μια άνοδος των τιμών στην αγορά ενέργειας δεν οδηγεί αυτομάτως σε απόφαση για αύξηση των επιτοκίων. Ωστόσο, άλλα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, σε δηλώσεις τους από το Δουβλίνο, άφησαν ανοιχτό το ενδεχόμενο να υπάρξουν νέες αυξήσεις.
Οι αγορές έχουν σε μεγάλο βαθμό προεξοφλήσει μια τρίτη αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης στο επιτόκιο καταθέσεων τον επόμενο μήνα, με το επιτόκιο να διαμορφώνεται στο 2,75%. Μετά από μια τέτοια κίνηση, οι επενδυτές αναμένουν τουλάχιστον δύο επιπλέον αυξήσεις, αν και οι οικονομολόγοι εμφανίζονται λιγότερο βέβαιοι για το κατά πόσο η νομισματική πολιτική θα χρειαστεί να οδηγηθεί σε τόσο υψηλό επίπεδο αυστηροποίησης.
Συμφωνία στη Μέση Ανατολή θα μπορούσε να αποκλιμακώσει τις τιμές ενέργειας
Ο κ. Στουρνάρας υπογράμμισε ότι το οικονομικό περιβάλλον εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από έντονη αστάθεια. «Εάν τα στοιχεία για την οικονομία δείξουν ότι η ανθεκτικότητα δεν συνεχίζεται ή ότι η ανάπτυξη επιβραδύνεται, αυτό θα ήταν λόγος να μην αυξήσουμε τα επιτόκια και να προχωρήσουμε σε παύση», ανέφερε.
Παράλληλα, σημείωσε ότι «εάν υπάρξει συμφωνία στη Μέση Ανατολή, αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε πολύ γρήγορη αποκλιμάκωση των τιμών ενέργειας».
Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος αναφέρθηκε επίσης θετικά στην πρόσφατη απόφαση της Federal Reserve να αυξήσει τα επιτόκια, εκτιμώντας ότι η κίνηση αυτή ενισχύει την αξιοπιστία τόσο της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας όσο και της νομισματικής πολιτικής διεθνώς, δεδομένου του κεντρικού ρόλου που διατηρεί το δολάριο στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Στο επίκεντρο οι αποδόσεις των ομολόγων της Ευρωζώνης
Η συζήτηση για τα επόμενα βήματα της ΕΚΤ πραγματοποιείται σε ένα περιβάλλον αυξημένων αποδόσεων στα κρατικά ομόλογα της Ευρωζώνης.
Την Παρασκευή, ένας δείκτης κινδύνου που αφορά τα γαλλικά κρατικά ομόλογα ξεπέρασε τη μία ποσοστιαία μονάδα για πρώτη φορά εδώ και 14 χρόνια, καθώς οι επενδυτές εμφανίζονται περισσότερο επιφυλακτικοί εξαιτίας του υψηλού δημοσιονομικού ελλείμματος και της πολιτικής αβεβαιότητας στη Γαλλία.
Ο κ. Στουρνάρας εκτίμησε ότι η κατάσταση παραμένει υπό έλεγχο, σημειώνοντας ωστόσο ότι οι πολιτικές εξελίξεις θα έχουν σημαντική επίδραση.
«Μέχρι τώρα τουλάχιστον, δεν έχουμε δει μεγάλες αναταράξεις», ανέφερε, εκφράζοντας την ελπίδα ότι οι κυβερνήσεις θα εξακολουθήσουν να αναγνωρίζουν την ανάγκη για δημοσιονομική σύνεση, λαμβάνοντας υπόψη και την εμπειρία από πολιτικές του παρελθόντος που δεν χαρακτηρίζονταν από επαρκή προσοχή.



