Πρόκειται για την πραγματικότητα που αποτυπώνεται στο ράφι του σούπερ μάρκετ, στο βενζινάδικο, στα υψηλά ενοίκια και στο υψηλό ενεργειακό κόστος που αναγκάζουν πολλά νοικοκυριά να «ψαλιδίζουν» ακόμη και τις βασικές τους δαπάνες. Αλλά, επίσης, και στη δυσαρέσκεια των πολιτών για το βιοτικό τους επίπεδο, για τον μισθό που δεν φτάνει μέχρι το τέλος του μήνα και για την ανεπαρκή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, κυρίως με τόνωση της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας.
Η ίδια αυτή πραγματικότητα αποτυπώνεται και στην τελευταία έκθεση της Eurostat, «Key figures on European living conditions 2026», που καταγράφει τις συνθήκες διαβίωσης των Ευρωπαίων, αποδεικνύοντας ότι η Ελλάδα δεν συγκλίνει με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, αλλά συνεχίζει την καθοδική της πορεία.
Σύμφωνα με την έκθεση, σχεδόν 9 στους 10 Έλληνες δυσκολεύτηκαν να τα βγάλουν πέρα το 2025 (87,1%), τη στιγμή που το ίδιο ποσοστό σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες είναι πολύ μικρότερο. Ενδεικτικά, στη Γερμανία κυμαίνεται γύρω στο 18,3%, στην Ολλανδία 19,8%, στη Βουλγαρία 76,9%.
Παράλληλα, το ποσοστό υποκειμενικής φτώχεια κυμαινόταν την ίδια χρονιά στο 67,2% ξεπερνώντας κατά πολύ άλλες χώρες, όπως η Ρουμανία (23,4%), Βουλγαρία (36,1%), Γερμανία (7,5%) και Ολλανδία (7,3%).
Τα επιμέρους ευρήματα – από το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα μέχρι το στεγαστικό και την πρόσβαση στην υγεία – είναι εξίσου απογοητευτικά.
Η Ελλάδα πίσω από τη Βουλγαρία και στην αγοραστική δύναμη
Ο Υπουργός Επικρατείας, Άκης Σκέρτσος, επιχείρησε πρόσφατα να αποδομήσει ως λανθασμένη τη σύγκριση που γίνεται μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας για το επίπεδο των μισθών. Δήλωσε, λοιπόν, ότι το 2025 ο μέσος καθαρός μισθός στη Βουλγαρία ήταν χαμηλότερος από τον ελληνικό, κατηγορώντας την αντιπολίτευση για «στατιστική κοπτοραπτική» και διαστρέβλωση της πραγματικότητας.
Ωστόσο, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, σε έναν δείκτη που σχετίζεται με τον καθαρό μισθό φαίνεται πως η Ελλάδα είναι σε χαμηλότερη θέση από τη Βουλγαρία, ενώ υπολείπεται σημαντικά και σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Το διάμεσο ετήσιο διαθέσιμο εισόδημα στην Ελλάδα διαμορφώθηκε το 2025 σε 13.612 Μονάδες Αγοραστικής Δύναμης (PPS) ανά κάτοικο, έναντι 22.630 PPS κατά μέσο όρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Με βάση τα συγκεκριμένα στοιχεία, το διάμεσο εισόδημα στην ΕΕ ήταν περίπου 66% υψηλότερο από το αντίστοιχο στην Ελλάδα.
Χαμηλότερα επίπεδα από την Ελλάδα καταγράφηκαν μόνο στην Ουγγαρία, με 11.958 PPS, και στη Ρουμανία, με 12.861 PPS. Στον αντίποδα, τα υψηλότερα διάμεσα ετήσια διαθέσιμα εισοδήματα καταγράφηκαν στο Λουξεμβούργο, με 37.673 PPS ανά κάτοικο, στην Αυστρία, με 32.002 PPS, και στην Ολλανδία, με 29.714 PPS.
Σημειώνεται ότι οι Μονάδες Αγοραστικής Δύναμης (PPS) συνυπολογίζουν τις διαφορές στο επίπεδο των τιμών μεταξύ των χωρών, επιτρέποντας έτσι συγκρίσεις που αποτυπώνουν καλύτερα την πραγματική αγοραστική δυνατότητα των εισοδημάτων.
Διψήφια «βουτιά» στο διαθέσιμο εισόδημα – Εξαίρεση στην ΕΕ
Σε σύγκριση με το 2010, το διάμεσο ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα στην ΕΕ το 2025 ήταν 25,4% υψηλότερο σε πραγματικούς όρους. Η μεγαλύτερη αύξηση του διάμεσου εισοδήματος καταγράφηκε στη Ρουμανία, όπου ενισχύθηκε κατά 160,2%. Η Βουλγαρία, η Πολωνία, η Κροατία, η Μάλτα, η Ουγγαρία και οι τρεις χώρες της Βαλτικής κατέγραψαν επίσης αύξηση του διάμεσου εισοδήματος κατά τουλάχιστον 50%.
Δύο μόνο ήταν οι χώρες της ΕΕ που το διαθέσιμο εισόδημα μειώθηκε κατά την ίδια περίοδο. Στην Ελλάδα υποχώρησε κατά 22,3% και στη Γαλλία κατά μόλις 0,6%.
Αυξημένα τα ποσοστά υλικής στέρησης και κινδύνου φτώχειας
Η Ελλάδα είναι μεταξύ των χωρών (μαζί με την Ουγγαρία, την Πολωνία, τη Μάλτα, την Πορτογαλία και τη Σλοβακία) που το ποσοστό των πολιτών που βρίσκονταν σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού ήταν υψηλότερο από το αντίστοιχο ποσοστό μεταξύ των πολιτών άλλων χωρών της ΕΕ.
Το 2025, η Ρουμανία (16,8%), η Βουλγαρία (15,0%) και η Ελλάδα (14,9%) κατέγραψαν αισθητά υψηλότερα ποσοστά σοβαρής υλικής και κοινωνικής στέρησης σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ.
Παράλληλα, ενδεικτικό είναι κι ένα ακόμη εύρημα: το 2025 στην Ελλάδα το 27,3% των πολιτών δεν μπορούσε να υποστηρίξει οικονομικά την τακτική συμμετοχή του σε δραστηριότητες αναψυχής, την ώρα που ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι στο 12,1%.
Στεγαστική κρίση
Το 2025 το ποσοστό υπερβολικής επιβάρυνσης από το κόστος στέγασης ήταν ιδιαίτερα υψηλό στην Ελλάδα (26,4%), την ώρα που ο ευρωπαϊκός μέσος όρος κυμαινόταν στο 7,7%. Δεύτερη κατά σειρά έρχεται η Δανία με 23,4%, ενώ στην τελευταία θέση βρίσκεται η Κύπρος (2,4%).
Παράλληλα, το 18,1% των κατοίκων δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να διατηρεί επαρκώς ζεστό το σπίτι του, το υψηλότερο ποσοστό στην Ε.Ε., όπου ο μέσος όρος ήταν 8,8%.
«Πρωταθλητές» στις ανικανοποίητες ανάγκες υγείας
Η Ελλάδα καταγράφει το υψηλότερο ποσοστό πληθυσμού στην Ευρωπαϊκή Ένωση που δηλώνει ότι αντιμετώπισε ανικανοποίητες ανάγκες για ιατρική εξέταση.
Συγκεκριμένα, το 11,5% του πληθυσμού στην Ελλάδα ανέφερε ότι μέσα στο 2025 υπήρξε τουλάχιστον μία περίπτωση κατά την οποία, ενώ χρειαζόταν να υποβληθεί σε ιατρική εξέταση, δεν κατάφερε να λάβει την απαιτούμενη φροντίδα. Το ποσοστό αυτό είναι πάνω από τετραπλάσιο σε σχέση με τον μέσο όρο της Ε.Ε.
Ιδιαίτερα υψηλές επιδόσεις καταγράφονται σε περιφερειακό επίπεδο, καθώς και οι 13 ελληνικές περιφέρειες εμφάνισαν το 2025 ποσοστά ανικανοποίητων αναγκών για ιατρική εξέταση υψηλότερα από οποιαδήποτε άλλη περιφέρεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα ποσοστά στην Ελλάδα κυμάνθηκαν από 9,1% στο Νότιο Αιγαίο έως 13,4% στο Βόρειο Αιγαίο.
Εκτός Ελλάδας, το υψηλότερο ποσοστό καταγράφηκε σε περιφέρεια της Φινλανδίας, όπου έφτασε το 9%.
Σύμφωνα με την Eurostat, οι βασικοί λόγοι για τους οποίους οι πολίτες δεν καταφέρνουν να πραγματοποιήσουν μια ιατρική εξέταση που χρειάζονται αφορούν το κόστος, την απόσταση και τις λίστες αναμονής. Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι συγκεκριμένοι παράγοντες αντιστοιχούσαν αντίστοιχα στο 1%, 0,1% και 1,2% του πληθυσμού το 2025.



