Στα πλαίσια της διακριτικής της ευχέρειας ως Ανεξάρτητης Αρχής να καθορίζει τις προτεραιότητες της δράσης της , η Επιτροπή Ανταγωνισμού έχοντας λάβει υπόψη:
• Την ανάγκη καθορισμού στρατηγικής και προγράμματος εργασιών με στόχο η άσκηση των αρμοδιοτήτων της να γίνεται με αξιοπιστία και αποτελεσματικότητα,
• Την ανάγκη στοχευμένης δράσης στη βάση προκαθορισμένων προτεραιοτήτων, με απώτερο σκοπό την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση σημαντικών στρεβλώσεων στην αγορά, μέσω της συνεκτικής και αποτελεσματικής εφαρμογής του δικαίου του ελεύθερου ανταγωνισμού,
• Τη δυνατότητα ελέγχου των αποτελεσμάτων της δράσης της Ε.Α. και την αξιολόγηση του έργου της, με τρόπο που θα ενισχύει τη διαφάνεια και το δημόσιο έλεγχο ώστε να είναι δυνατή η συνεχής βελτίωσή της,
• Το ότι στα πλαίσια των ανωτέρω δραστηριοτήτων η Ε.Α. δεν είναι υποχρεωμένη να προσδίδει τον ίδιο βαθμό προτεραιότητας στις καταγγελίες που λαμβάνει, αλλά μπορεί να προτάσσει το δημόσιο συμφέρον ως κριτήριο εξέτασης μίας υπόθεσης κατά προτεραιότητα,
• Το ότι η Ολομέλεια της Ε.Α., μετά από σχετική εισήγηση της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού, αποφασίζει αν μία υπόθεση πρέπει να εξεταστεί κατά προτεραιότητα, λαμβάνοντας υπόψη και την εκτιμώμενη επίδραση της εξεταζόμενης υπόθεσης στη λειτουργία του αποτελεσματικού ανταγωνισμού, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 8 παρ. 7 εδάφιο β΄ του ν.703/77 (όπως ισχύει),
Ορίζει τα κάτωθι κριτήρια αξιολόγησης προτεραιότητας κάθε υπόθεσης :
1. Το δημόσιο συμφέρον που παρουσιάζει μία υπόθεση, το οποίο και θα αξιολογείται υπό το πρίσμα της εμβέλειας των εκτιμώμενων επιπτώσεων μιας πρακτικής στη λειτουργία του αποτελεσματικού ανταγωνισμού, ιδίως όσον αφορά στους καταναλωτές, με προτεραιότητα σε αυτεπάγγελτες έρευνες ή καταγγελίες που αφορούν:
- Σε ιδιαίτερα σοβαρούς περιορισμούς του ανταγωνισμού (όπως ο καθορισμός τιμών, η κατανομή αγορών και ο περιορισμός της παραγωγής ή των πωλήσεων) με πανελλήνια εμβέλεια, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις οριζόντιων συμπράξεων (καρτέλ), σε συνδυασμό με την ισχύ των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων, τη δομή της σχετικής αγοράς και τον αριθμό των θιγόμενων καταναλωτών,
- Σε αγορές προϊόντων και υπηρεσιών πρώτης ανάγκης ή καίριας σημασίας για τον Έλληνα καταναλωτή, όπου η αντι-ανταγωνιστική πρακτική δύναται να έχει σημαντικό αντίκτυπο στην άνοδο των τιμών ή/και στην ποιότητα των υπηρεσιών (ιδίως συγκριτικά με άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης),
- Σε περιπτώσεις αντι-ανταγωνιστικών πρακτικών με σωρευτικό – πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα (δηλαδή πρακτικών που ακολουθούνται από περισσότερες επιχειρήσεις, οι οποίες μπορούν να μετακυλύουν τις αυξημένες τιμές σε ενδιάμεσες επιχειρήσεις ή στους καταναλωτές).
2. Την υπαγωγή μίας υπόθεσης στους στρατηγικούς στόχους της Ε.Α. ως προς ορισμένες σχετικές αγορές, κλάδους της οικονομίας ή δυνητικά αντι-ανταγωνιστικές πρακτικές, όπως οι στόχοι αυτοί θα καθορίζονται και θα αναπροσαρμόζονται από την ίδια κατά το άρθρο 8β παρ. 2 περ. ιστ΄ του ν. 703/77 (όπως ισχύει).