• Γ.Δ.ΓΕΝ. ΔΕΙΚΤΗΣ0,000%
  • S&P 5000,000%
  • Nasdaq0,000%
  • FTSE 1000,000%
  • Nikkei 2250,000%
  • DAX0,000%
  • CAC 400,000%
  • €/$
  • €/£
  • BTC
13:17 - 02 Ιουλ 2013

Οι προοπτικές για το ελληνικό ελαιόλαδο με προορισμό τη Ν. Κορέα

Παρθένα αγορά για εξαγωγές ελαιολάδου είναι για την Ελλάδα η Ν. Κορέα. Η χώρα μας στο παρθένο ελαιόλαδο έχει μικρό μερίδιο(1,6%) και ανύπαρκτο στο μη παρθένο, ωστόσο υπάρχουν σημαντικά περιθώρια βελτίωσής τους λόγω της σταδιακής διείσδυσης δυτικών καταναλωτικών προτύπων.

Η αγορά βρωσίμων λαδιών στην Κορέα, κυριαρχείται κυρίως από το αραβοσιτέλαιο και το σογιέλαιο. Στη Ν. Κορέα δεν υπάρχει εγχώρια παραγωγή ελαιολάδου και η κατανάλωση τροφοδοτείται αποκλειστικά από τις εισαγωγές.
Σύμφωνα με στοιχεία από το Γραφείο Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων της Ελλάδας στη Σεούλ, τα τελευταία χρόνια οι εισαγωγές ελαιολάδου διαμορφώθηκαν ως εξής:

oil

oil1

Οι εισαγωγές ελαιολάδου σημείωσαν ραγδαία άνοδο την περίοδο από το 2000 έως και το 2005, όταν έφτασαν στο ύψος ρεκόρ των $ 96,5 εκατ. για το παρθένο και των $ 17,3 εκατ. για τα λοιπά ελαιόλαδα. Έκτοτε σημειώθηκε σταδιακή αποκλιμάκωση με αποτέλεσμα το 2010 να διαμορφωθούν σε $ 31,7 εκατ. για το παρθένο και σε $ 5,4 εκατ. για τα λοιπά ελαιόλαδα.

Στη συνέχεια παρόλο που το 2011 υπήρξε μια αύξηση στο παρθένο ελαιόλαδο και στα λοιπά ελαιόλαδα φτάνοντας τα $35,8 εκατ. και τα $8,9 εκ. αντίστοιχα, το 2012 οι πωλήσεις και πάλι ήταν καθοδικές, ύψους $27,7 εκατ. για το παρθένο ελαιόλαδο και $5 εκ. για τα λοιπά ελαιόλαδα.


Οι λόγοι που οδήγησαν σε απότομη άνοδο των εισαγωγών ελαιολάδου, σχετίζονται κυρίως με την προβολή που εδόθη για τα οφέλη στην υγεία από την κατανάλωσή του. Άλλοι παράγοντες ήταν η αύξηση των δυτικών εστιατορίων και κυρίως των ιταλικών, η άνοδος του βιοτικού επιπέδου και η πραγματοποίηση περισσότερων ταξιδιών στο εξωτερικό με αποτέλεσμα να γίνει πιο ανοικτή η κορεατική κοινωνία σε νέες εμπειρίες.
Όμως, σημαντικός ανασταλτικός παράγοντας που οδήγησε στην αποκλιμάκωση των εισαγωγών, είναι η ασυμβατότητά του με την κορεατική κουζίνα και διατροφή.

Ως αποτέλεσμα, το μεγαλύτερο μέρος της κατανάλωσης γίνεται από εστιατόρια δυτικής κουζίνας, ενώ η οικιακή κατανάλωση είναι περιορισμένη και απευθύνεται σε πολύ μικρό τμήμα του πληθυσμού.


Στην Κορέα το ελαιόλαδο εξακολουθεί να θεωρείται ως ένα εξωτικό είδος και όχι ως βασικό τρόφιμο, αντίθετα με την Ελλάδα και τις δυτικές χώρες.

Παρόλα αυτά, χάρη στην άποψη που έχει ευρέως εδραιωθεί μεταξύ των Κορεατών, για τις ευεργετικές ιδιότητες του ελαιολάδου, αλλά και τη σταδιακή διείσδυση δυτικών καταναλωτικών προτύπων, αναμένεται ότι η κατανάλωση του προϊόντος θα εισέλθει σε μια νέα ηπιότερη, αλλά πιο διατηρήσιμη και μακροχρόνια ανοδική περίοδο.
Οι εισαγωγές ελαιολάδου από τους σημαντικότερους εμπορικούς εταίρους φαίνονται στον παρακάτω πίνακα.

oil3

Το μερίδιο για την Ελλάδα

Σύμφωνα με τα τελευταία στατιστικά στοιχεία του 2012, το μεγαλύτερο μερίδιο στην αγορά παρθένου ελαιολάδου έχει η Ισπανία με 68,9% και ακολουθούν η Ιταλία (26,3%), η Ελλάδα (1,6%) και η Τουρκία με 1%. Το μερίδιο της Ελλάδας είναι ουσιαστικά ασήμαντο και υπάρχουν σημαντικά περιθώρια βελτίωσής του.
Για το μη παρθένο ελαιόλαδο η Ιταλία και η Ισπανία κυριαρχούν στην αγορά με μερίδια 48,4% και 38% αντιστοίχως και ακολουθεί η Τουρκία με 7,8%, ενώ η Ελλάδα έχει ουσιαστικά μηδενικό ποσοστό. Για το μη παρθένο ελαιόλαδο σχεδόν αποκλειστικό κριτήριο αγοράς του είναι η τιμή του.
Η γεωγραφική κατανομή των εισαγωγών ελαιολάδου της Κορέας απεικονίζεται στο διάγραμμα που ακολουθεί:

oil4

1. Η πορεία των ελληνικών εξαγωγών ελαιόλαδου

Οι ελληνικές εξαγωγές ελαιολάδου στην Κορέα άρχισαν ουσιαστικά από το έτος 2000 και ακολούθησαν έντονη ανοδική τάση, ανάλογη με την πορεία των συνολικών εισαγωγών του προϊόντος. Μετά το 2005, οι ελληνικές εξαγωγές ακολούθησαν την πτωτική τάση των συνολικών κορεατικών εισαγωγών του προϊόντος. Το 2011, οι ελληνικές εξαγωγές ελαιολάδου ανέκαμψαν, αλλά το 2012 μειώθηκαν και πάλι, όπως και οι συνολικές εισαγωγές του προϊόντος.
Η πορεία των εισαγωγών ελληνικού ελαιολάδου, σε σύγκριση με τις συνολικές εισαγωγές του προϊόντος, παρουσιάζεται στον πίνακα που ακολουθεί.


oil6

Από το διάγραμμα που ακολουθεί φαίνεται η διαχρονική τάση μεταβολής των εισαγωγών από την Ελλάδα, σε σχέση με τις συνολικές εισαγωγές παρθένου ελαιολάδου της Κορέας.

oil7

Να σημειωθεί ότι το ελαιόλαδο, όπως και τα εστιατόρια δυτικής κουζίνας, στην Κορέα θεωρούνται ως είδη πολυτελείας, με αποτέλεσμα η ζήτησή τους να επηρεάζεται πολύ έντονα από την οικονομική κατάσταση της χώρας και τις μεταβολές στο διαθέσιμο εισόδημα των καταναλωτών.
Οι εισαγωγές ελληνικού παρθένου ελαιολάδου ακολουθούν τη γενική τάση των συνολικών κορεατικών εισαγωγών του προϊόντος, ενώ οι όποιες αποκλίσεις οφείλονται στο πολύ μικρό μερίδιό μας στην αγορά, το οποίο έχει ως αποτέλεσμα το ύψος των εξαγωγών μας να επηρεάζεται υπερβολικά από μεμονωμένες συναλλαγές.
Πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι τα τελευταία χρόνια η χώρα μας δεν έχει συμμετοχή στην αγορά μη παρθένου ελαιολάδου, στο οποίο δεν είμαστε ανταγωνιστικοί, καθώς αποκλειστικό κριτήριο είναι η τιμή του.
Παρά την πρόσφατη μεγάλη υποχώρηση των κορεατικών εισαγωγών ελαιολάδου, εκτιμούμε ότι μακροχρόνια η ζήτηση του προϊόντος θα ακολουθήσει ανοδική τάση, αλλά με πιο διατηρήσιμους ρυθμούς.

2. Χαρακτηριστικά της κορεατικής αγοράς ελαιολάδου

Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, το βασικό χαρακτηριστικό της αγοράς είναι ότι το κοινό δεν γνωρίζει πώς να χρησιμοποιήσει το ελαιόλαδο, πράγμα που είναι ανασταλτικός παράγοντας για την αύξηση της κατανάλωσής του.
Η κατανάλωση του ελαιολάδου είναι σχεδόν ομοιόμορφη σε όλη τη χώρα, με κάποια έμφαση στα αστικά κέντρα, στα οποία συγκεντρώνονται τα μεγαλύτερα ξενοδοχεία και εστιατόρια με διεθνή κουζίνα.
Μεγάλο μέρος του προϊόντος εισάγεται χύδην και συσκευάζεται από κορεατικές επιχειρήσεις, οι οποίες εν συνεχεία το προωθούν για τον εφοδιασμό εστιατορίων και στη λιανική κατανάλωση σε φιάλες των 500ml, 750ml και του ενός λίτρου.
Ο βασικός δασμός εισαγωγής τόσο για το παρθένο, όσο και για το μη παρθένο ελαιόλαδο είναι 8%. Όμως, από 1ης Ιουλίου 2011 τέθηκε σε εφαρμογή η Συμφωνία Ελευθέρων Συναλλαγών Ευρωπαϊκής Ένωσης και Κορέας, η οποία για το παρθένο ελαιόλαδο προβλέπει τον μηδενισμό των δασμών σε 6 ίσες ετήσιες δόσεις (η πρώτη δόση με την έναρξη της συμφωνίας). Για τα λοιπά ελαιόλαδα η δασμοί καταργήθηκαν αμέσως με την εφαρμογή της συμφωνίας.
Οι εισαγωγείς του προϊόντος δεν είναι οι ίδιοι διανομείς, αλλά συχνά συνεργάζονται με χονδρεμπόρους και διανομείς που το διακινούν στα σημεία λιανικής πωλήσεως. Οι μεγάλες αλυσίδες supermarkets, συνήθως δεν εισάγουν απευθείας ελαιόλαδο, αλλά το προμηθεύονται μέσω εισαγωγέων. Σε ορισμένες περιπτώσεις, πάντως, η εισαγωγή γίνεται από θυγατρικές εταιρείες του ομίλου στον οποίο ανήκει η αλυσίδα καταστημάτων.


Μεγάλο μέρος του πωλούμενου στα supermarkets ελαιολάδου, εισήχθη και κατόπιν συσκευάσθηκε από Κορεάτικες εταιρείες, συχνά με τη δική τους ετικέτα. Επώνυμο προϊόν ξένων οίκων συναντάται κυρίως στις αλυσίδες και στα καταστήματα που απευθύνονται σε υψηλότερου εισοδήματος καταναλωτές. Συνήθως το ελαιόλαδο τοποθετείται σε ειδικό χώρο του καταστήματος, ο οποίος προορίζεται για τα εισαγόμενα προϊόντα διατροφής.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η επικρατούσα πλήρης αναρχία στη διαμόρφωση των λιανικών τιμών ελαιολάδου, η οποία προέρχεται κυρίως από την άγνοια του κοινού για το προϊόν.
Μεγάλη διάδοση έχει η χρήση προϊόντων που παρασκευάζονται με βάση το ελαιόλαδο, όπως καλλυντικά και σαπούνια. Υπογραμμίζουμε την τάση των Κορεατών να υιοθετούν τη χρήση καλλυντικών που περιέχουν φυσικά συστατικά. Η Ν. Κορέα είναι μία από τις μεγαλύτερες και ταχύτερα αναπτυσσόμενες αγορές καλλυντικών, ειδικά για τα προϊόντα περιποιήσεως προσώπου. Ήδη εισάγονται καλλυντικά με βάση το ελαιόλαδο από την Ελλάδα και οι προοπτικές είναι θετικές για την αύξηση των εξαγωγών μας.

3. Οι προοπτικές του ελληνικού ελαιολάδου

Το βασικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει το ελληνικό ελαιόλαδο είναι η υψηλή τιμή του σε σύγκριση με τον ανταγωνισμό. Το πρόβλημα αυτό γίνεται εντονότερο επειδή ο μεγαλύτερος όγκος των εισαγωγών γίνεται χύδην και το προϊόν στη συνέχεια συσκευάζεται επιτοπίως. Όπως είναι φυσικό, στις χύδην εισαγωγές ιδιαίτερη σημασία έχει η τιμή.
Βέβαια, το ελληνικό ελαιόλαδο είναι πολύ υψηλής ποιότητας και μάλιστα οι ίδιοι οι ανταγωνιστές μας το εισάγουν και το αναμειγνύουν με τα δικά τους προϊόντα. Όμως, για να μπορέσουμε να αξιοποιήσουμε την ποιοτική μας υπεροχή, πρέπει να είναι γνωστή στο καταναλωτικό κοινό. Πράγμα που δυστυχώς δεν συμβαίνει, καθώς οι Κορεάτες καταναλωτές έχουν ταυτίσει την μεσογειακή διατροφή και το ελαιόλαδο με την Ιταλία, ενώ τα τελευταία χρόνια στην αγορά έχουν κυριαρχήσει οι ισπανικές επιχειρήσεις. Άλλωστε, το κορεατικό καταναλωτικό κοινό δεν είναι ακόμη “μυημένο” στην επιλογή του ποιοτικότερου ελαιολάδου.
Να σημειωθεί ότι συχνά τα ελληνικά εμφιαλωμένα ελαιόλαδα διατίθενται σε πολύ υψηλή τιμή, η οποία όμως δεν δικαιολογείται από την ύπαρξη στη συγκεκριμένη αγορά κάποιας διαδεδομένης φήμης για την όντως υψηλή ποιότητά του, καθώς ουσιαστικά είναι άγνωστο.
Κατά τη γνώμη μας η Ελλάδα πρέπει να δώσει ιδιαίτερη έμφαση στην προώθηση του επώνυμου συσκευασμένου ελαιολάδου, μέσα από μια περιφερειακή προσέγγιση, στην οποία να εντάσσεται η ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Ασίας, τόσο σε επίπεδο χώρας όσο και σε επίπεδο επιχείρησης.


Οι ανταγωνιστές μας (κυρίως Ισπανία, Ιταλία και Τουρκία) έχουν εδώ και χρόνια δραστηριοποιηθεί έντονα στην προώθηση του ελαιολάδου τους στη Ν. Κορέα. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι οι ανταγωνίστριες χώρες συμμετέχουν ανελλιπώς σε 2 μεγάλες διεθνείς εκθέσεις τροφίμων και διοργανώνουν σε τακτική βάση ημερίδες, γευσιγνωσίες και εκδηλώσεις σε ξενοδοχεία ή αλυσίδες supermarkets, σε συνδυασμό με την προβολή της εθνικής τους κουζίνας και του τουρισμού. Σε όλες τις εκδηλώσεις αυτές διανέμουν έντυπο ή οπτικοακουστικό υλικό.
Διαφήμιση του ελαιολάδου δεν έχει νόημα, καθώς είναι εξαιρετικά δαπανηρή, ενώ σε μια χώρα σαν την Κορέα, απαιτείται κυρίως η προβολή του προϊόντος γενικά, με αποτέλεσμα τα οφέλη να μην τα καρπώνεται μόνο ο άμεσα διαφημιζόμενος, αλλά και οι ανταγωνιστές του. Για το λόγο αυτό η χώρα μας πρέπει στο πλαίσιο του Παγκοσμίου Οργανισμού Ελαιολάδου, σε συνεργασία και με τα λοιπά μέλη του, να επιδιώξει την υιοθέτηση ενός προγράμματος προβολής της χρήσης ελαιολάδου στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Ασίας. Ιδιαίτερη σημασία για την αύξηση της κατανάλωσης του προϊόντος έχει η εισαγωγή του προϊόντος στις τοπικές κουζίνες, πράγμα βέβαια που δεν μπορεί να αναλάβει μεμονωμένη χώρα, για τους λόγους που αναφέραμε παραπάνω.


Η σημαντικότερη κορεατική διεθνής έκθεση τροφίμων είναι η Seoul Food and Hotel http://seoulfood.or.kr/eng/main.asp .
Άλλη σημαντική διεθνής έκθεση τροφίμων είναι και η Seoul Food Week, http://foodweek.info .

Ο ΟΠΕ συμμετείχε παλαιότερα στη “Seoul Food & Hotel”. Η επανάληψη των συμμετοχών του ΟΠΕ σε συνδυασμό με εκδηλώσεις προβολής του ελληνικού ελαιολάδου, μπορούν να συμβάλλουν στην προώθηση των εξαγωγών μας.


Ο Έλληνας εξαγωγέας πρέπει να γνωρίζει ότι η αγορά της Ν. Κορέας, όπως άλλωστε και άλλες αγορές, είναι δύσκολη και απαιτεί επιμονή, υπομονή και συνέπεια.

Η παρούσα συγκυρία, αν και έπεται μιας μεγάλης πτώσης των εισαγωγών, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς η Κορέα εισέρχεται σε μια περίοδο ταχείας αλλαγής των καταναλωτικών προτύπων και ανόδου του διαθέσιμου εισοδήματος. Όμως, οι ελληνικές επιχειρήσεις καλούνται να αντιμετωπίσουν πολύ καλά εδραιωμένους ανταγωνιστές τους, οι οποίοι πρόλαβαν να αξιοποιήσουν προς όφελός τους την ευνοϊκή περίοδο 2000-2005.

Γενικές πληροφορίες για την κορεατική αγορά βρώσιμων ελαιών

Οι ελιές εμφανίσθηκαν ουσιαστικά στην κορεατική αγορά τα τελευταία 15 χρόνια, όταν ο Κορεάτης καταναλωτής άρχισε σταδιακά να ενδιαφέρεται για τη δυτική κουζίνα. Η κατανάλωσή τους όμως παραμένει περιορισμένη, καθώς δεν εντάσσονται εύκολα στην κορεατική διατροφή. Η εξέλιξη των εισαγωγών ελαιών στην Κορέα φαίνεται από τον πίνακα και το διάγραμμα που ακολουθούν.

oil11

Οι εισαγωγές ελαιών ακολουθούν μακροχρόνια ανοδική τάση. Όμως, όπως φαίνεται και από το ανωτέρω διάγραμμα, η άνοδος όσον αφορά στις ποσότητες είναι πολύ πιο αργή. Στην πραγματικότητα, μεγάλο μέρος της ανόδου της αξίας των εισαγωγών προέρχεται από την αποτύπωσή τους σε δολάρια, τη στιγμή που ο μεγάλος όγκος των συναλλαγών προήλθε από την Ευρωπαϊκή Ένωση και οι τιμές επηρεάζονται από την άνοδο της ισοτιμίας του ευρώ.
Ο κύριος όγκος της κατανάλωσης ελαιών γίνεται από τα εστιατόρια δυτικής κουζίνας (κυρίως ιταλικής). Οι ελιές που κατευθύνονται στο λιανεμπόριο, αποτελούν πολύ μικρό μέρος της κατανάλωσης και πωλούνται μόνο σε supermarkets, που απευθύνονται σε υψηλού εισοδήματος καταναλωτές. Οι ελιές που διακινούν τα σουπερμάρκετ είναι επί το πλείστον πράσινες, συσκευασμένες σε μικρά φιαλίδια και προέρχονται κυρίως από την Ισπανία.


Οι εισαγωγές ελαιών επιβαρύνονται με δασμό 20%. Όμως, η Συμφωνίας Ελευθέρων Συναλλαγών με τη Ευρωπαϊκή Ένωση που ετέθη σε εφαρμογή την 1η Ιουλίου 2011 προβλέπει τον μηδενισμό τους σε 6 ίσες ετήσιες δόσεις, αρχίζοντας από την έναρξη της συμφωνίας.
Η παρουσία των ελληνικών ελαιών είναι σχεδόν ανύπαρκτη και η αγορά κυριαρχείται από τους Ισπανούς, οι οποίοι έχουν πλέον εκτοπίσει ακόμη και τους Ιταλούς. Τα τελευταία χρόνια γίνονται κάποιες εισαγωγές από τις ΗΠΑ. Επίσης, ορισμένες μικροποσότητες εισάγονται για τις ανάγκες εστιατορίων, από ενδιάμεσες χώρες π.χ. Αυστραλία, Ιαπωνία Η.Β., κλπ.

Από την Ελλάδα εισάγονται πολύ μικρές ποσότητες από μικροεισαγωγείς, χωρίς όμως να υπάρξει αξιόλογη επιτυχία στην αγορά.

Άλλωστε, οι ελιές αποτελούν μία “εντελώς άγνωστη” γεύση για τους Κορεάτες και δεν συνοδεύονται με εξίσου διαδομένη φήμη, όπως το ελαιόλαδο. Ανασταλτικός παράγοντας για την κατανάλωση ελιάς είναι η ευρεία χρησιμοποίηση άλατος στην επεξεργασία της, το οποίο ενοχοποιείται για προβλήματα στην υγεία, δεδομένου και του μεγάλου ενδιαφέροντος των Κορεατών για την υγιεινή διατροφή.
Οι προοπτικές του προϊόντος μακροχρόνια είναι θετικές και αναμένεται σταδιακή αύξηση των εξαγωγών, καθώς η παρούσα κατανάλωση είναι εξαιρετικά μικρή, ενώ η κορεατική κοινωνία βαθμιαία γίνεται όλο και πιο ανοικτή σε καταναλωτικά πρότυπα που έρχονται από το εξωτερικό.
Κατά την τελευταία πενταετία, οι κορεατικές εισαγωγές ελαιών ανά χώρα ήσαν οι εξής:

oil10

Τελευταία τροποποίηση στις 03/07/2013 - 14:22