Λαμβάνοντας υπόψη τις νέες μακροοικονομικές εκτιμήσεις που δημοσιοποίησε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα την προηγούμενη εβδομάδα, η Τράπεζα της Ελλάδος, στην τελευταία της περιοδική έκδοση για την ελληνική οικονομία, εκτιμά πως το ΑΕΠ της χώρας για το 2025 θα αυξηθεί κατά 2,2%. Για το 2026, ο ρυθμός ανάπτυξης αναμένεται να επιβραδυνθεί στο 1,9%, ενώ το 2027 προβλέπεται μικρή ανάκαμψη στο 2,1%.
Σημειώνεται ότι πριν από περίπου δύο μήνες, στο τέλος Ιουνίου, στην Έκθεση Νομισματικής Πολιτικής, η ΤτΕ είχε προβλέψει ανάπτυξη 2,3% για το 2025, ενώ για το 2026 εκτιμούσε ότι η οικονομία θα κινηθεί ελαφρώς χαμηλότερα, στο 2,1%, και θα διατηρήσει τον ίδιο ρυθμό και το 2027.
Σύμφωνα με το σημερινό (19/9) σημείωμα της Τράπεζας, η αναπτυξιακή πορεία της ελληνικής οικονομίας μετά το 2025 αναμένεται να ευθυγραμμιστεί με τον δυνητικό ρυθμό ανάπτυξής της. Η προβλεπόμενη ανάπτυξη θα βασιστεί κυρίως στην ιδιωτική κατανάλωση και τις επενδύσεις, με σημαντική ώθηση από τους διαθέσιμους ευρωπαϊκούς πόρους.
Ο πληθωρισμός εκτιμάται ότι θα παραμείνει σε σχετικά υψηλά επίπεδα το 2025, φτάνοντας το 3,1%. Η επιμονή αυτή οφείλεται κυρίως στη διατήρηση των αυξημένων τιμών στον τομέα των υπηρεσιών.
Η δημοσιονομική πολιτική για το 2025 προβλέπεται να είναι επεκτατική, στηριζόμενη στην αξιοποίηση των πόρων του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF). Στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, τον Σεπτέμβριο, ανακοινώθηκαν νέα μόνιμα επεκτατικά μέτρα, με υπολογιζόμενο κόστος 1,8 δισ. ευρώ για το 2026 (περίπου 0,7% του ΑΕΠ) και 2,5 δισ. ευρώ για το 2027 (περίπου 0,9% του ΑΕΠ). Τα μέτρα αυτά αναμένεται να ενισχύσουν τον ρυθμό ανάπτυξης περισσότερο από τις αρχικές προβλέψεις για τα έτη 2026 και 2027.
Σε σχέση με τους πιθανούς κινδύνους που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την αναπτυξιακή πορεία της χώρας, η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά πως αυτοί είναι κυρίως καθοδικοί, δηλαδή υπάρχει αυξημένη πιθανότητα να παρατηρηθεί περαιτέρω μείωση του ρυθμού ανάπτυξης. Οι κίνδυνοι αυτοί προέρχονται κυρίως από τη γεωπολιτική ένταση, την παγκόσμια αβεβαιότητα στο εμπόριο και τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.
Παρ' όλα αυτά, τονίζεται ότι η αναπτυξιακή δυναμική της ελληνικής οικονομίας, η οποία καταγράφηκε τα προηγούμενα χρόνια, αναμένεται να συνεχιστεί την τριετία 2025-2027, παρά τις προκλήσεις στο διεθνές οικονομικό περιβάλλον. Οι αναλυτές της Τράπεζας επισημαίνουν πως, ακόμη και μετά τις μικρές προς τα κάτω αναθεωρήσεις, οι προβλεπόμενοι ρυθμοί ανάπτυξης για την Ελλάδα εξακολουθούν να είναι υψηλότεροι από τους αντίστοιχους της ευρωζώνης.
Οι αλλαγές στις προβλέψεις σε σύγκριση με τον Ιούνιο του 2025 αποδίδονται κυρίως σε ασθενέστερες από τις αναμενόμενες οικονομικές επιδόσεις μέσα στο έτος, αλλά και στην ανατίμηση της πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας του ευρώ.
Κύρια κινητήρια δύναμη της ανάπτυξης αναμένεται να παραμείνει η κατανάλωση, με τις επενδύσεις και τις εξαγωγές να συμβάλλουν επίσης θετικά. Πιο συγκεκριμένα, η ιδιωτική κατανάλωση εκτιμάται ότι θα αυξάνεται με μέσο ετήσιο ρυθμό 2,0% κατά την περίοδο πρόβλεψης. Η ενίσχυση αυτή θα στηριχθεί στην αύξηση του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών, την περαιτέρω βελτίωση της απασχόλησης, την άνοδο των μισθών και τη σταδιακή αποκλιμάκωση του πληθωρισμού.
Οι συνολικές επενδύσεις προβλέπεται να αυξηθούν κατά μέσο όρο 7,5%. Ωστόσο, το 2027 οι δημόσιες επενδύσεις θα καταγράψουν σημαντικά αρνητικό ρυθμό μεταβολής, ενώ οι επενδύσεις σε κατοικίες θα διατηρήσουν ικανοποιητικούς ρυθμούς αύξησης. Παρ’ όλα αυτά, οι επενδύσεις στον τομέα της κατοικίας, ως ποσοστό του ΑΕΠ, θα παραμείνουν σε επίπεδα σημαντικά χαμηλότερα σε σύγκριση με την προ της οικονομικής κρίσης περίοδο.
Σημειώνεται ότι πριν από τρεις ημέρες, ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, κατά τη διάρκεια ομιλίας του στο Athens International Investment Summit (AIIS), δήλωσε ότι το ελληνικό ΑΕΠ αναμένεται να αυξηθεί με ρυθμό ελαφρώς άνω του 2% για τα έτη 2025, 2026 και 2027 — σχεδόν διπλάσιο από τον μέσο όρο της ευρωζώνης — παρά τη διαρκώς αυξανόμενη διεθνή οικονομική αβεβαιότητα.
Διαβάστε την πλήρη έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος εδώ



