Η συμφωνία προβλέπει τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου ναυπηγικού, βιομηχανικού και αμυντικού οικοσυστήματος στην Ελευσίνα, με συνολικό επενδυτικό πρόγραμμα ύψους 1,35 δισ. ευρώ, το οποίο φιλοδοξεί να αναβαθμίσει ριζικά τις παραγωγικές και τεχνολογικές δυνατότητες της ελληνικής ναυπηγικής βιομηχανίας.
Επένδυση σε τρεις φάσεις
Το έργο θα υλοποιηθεί σε τρία διακριτά στάδια:
- Πρώτη φάση (150 εκατ. ευρώ): ανάπτυξη νέων υποδομών για επισκευή και συντήρηση πλοίων, καθώς και κατασκευή μεγάλων δεξαμενών.
- Δεύτερη φάση (200 εκατ. ευρώ): αναβάθμιση λιμενικών εγκαταστάσεων και δημιουργία σύγχρονων logistics hubs για την εφοδιαστική αλυσίδα.
- Τρίτη φάση (1 δισ. ευρώ): εγκατάσταση προηγμένων βιομηχανικών συστημάτων, αυτοματοποιημένων γραμμών παραγωγής και εξειδικευμένων υποδομών για ναυπήγηση και υποστήριξη ακόμη και σύνθετων αμυντικών προγραμμάτων.
Επιπτώσεις στην οικονομία και την απασχόληση
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, η επένδυση εκτιμάται ότι θα δημιουργήσει έως 10.000 άμεσες και έμμεσες θέσεις εργασίας υψηλής εξειδίκευσης μέσα στην επόμενη πενταετία έως επταετία, ενώ η συνεισφορά της στο ΑΕΠ μπορεί να φθάσει έως και το 0,8% ετησίως.
Παράλληλα, προβλέπεται υψηλή συμμετοχή της ελληνικής βιομηχανίας στα νέα προγράμματα, με στόχο εγχώρια προστιθέμενη αξία έως και 70%.
Το Project Trident στοχεύει στη μετατροπή της Ελευσίνας σε περιφερειακό κόμβο ναυπηγικής και αμυντικής υποστήριξης για την Ανατολική Μεσόγειο, τη Νοτιοανατολική Ευρώπη και τη Μαύρη Θάλασσα, εξυπηρετώντας ανάγκες τόσο του Πολεμικού Ναυτικού όσο και συμμαχικών δυνάμεων.
Γκιλφόιλ: Στρατηγική πρωτοβουλία για την ασφάλεια στην περιοχή
Η πρέσβης των ΗΠΑ στην Ελλάδα, Κίμπερλι Γκιλφόιλ, χαρακτήρισε τη συμφωνία στρατηγική πρωτοβουλία που ενισχύει την ασφάλεια και την οικονομική συνεργασία στην ευρύτερη περιοχή. Όπως ανέφερε, η σύμπραξη Ελλάδας, ΗΠΑ και Νότιας Κορέας μπορεί να καταστήσει την Ελλάδα κέντρο ναυτικής αμυντικής υποστήριξης, με δυνατότητα εξυπηρέτησης ναυτικών δυνάμεων του ΝΑΤΟ και συμμαχικών χωρών.
Ο υφυπουργός Εξωτερικών, Χάρης Θεοχάρης, έκανε λόγο για συμφωνία ιστορικής σημασίας, επισημαίνοντας ότι συνδυάζει αμερικανική τεχνολογία, κορεατική ναυπηγική τεχνογνωσία και ελληνικές βιομηχανικές δυνατότητες, δημιουργώντας έναν νέο πυλώνα ανάπτυξης στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ONEX, Πάνος Ξενοκώστας, σημείωσε ότι η Ελλάδα μεταβαίνει από τον ρόλο του εισαγωγέα αμυντικών συστημάτων σε παραγωγό και υποστηρικτή προηγμένων τεχνολογιών, ενώ υπογράμμισε τη σημασία της συμμετοχής της εγχώριας βιομηχανίας και την επίτευξη υψηλής εγχώριας προστιθέμενης αξίας.
Από την πλευρά του, ο πρέσβης της Νότιας Κορέας στην Ελλάδα, Ju-seong Lim, υπογράμμισε ότι η γεωστρατηγική θέση της Ελλάδας μπορεί να ενισχύσει σημαντικά τη συνεργασία στον τομέα της ναυπηγικής και της άμυνας, ανοίγοντας νέες επενδυτικές προοπτικές.
Ο Sean Seongwoo Park, ανώτερο στέλεχος της Hanwha, τόνισε ότι η συνεργασία μπορεί να συμβάλει στον εκσυγχρονισμό της ελληνικής ναυπηγικής βιομηχανίας και στην ενίσχυση της τεχνολογικής ανταλλαγής μεταξύ των τριών χωρών.
Ο στρατηγικός στόχος του Project Trident
Το έργο φιλοδοξεί να μετατρέψει τα ναυπηγεία της περιοχής σε κέντρο υψηλής τεχνολογίας για την επισκευή, αναβάθμιση και κατασκευή πλοίων, αλλά και σε βάση για αμυντικές και εμπορικές ναυπηγικές δραστηριότητες. Στο εγχείρημα συμμετέχουν αμερικανικά και νοτιοκορεατικά συμφέροντα με εμπειρία στον τομέα της ναυπηγικής βιομηχανίας, ενώ η ελληνική πλευρά αναμένεται να έχει κομβικό ρόλο στη λειτουργία και την ανάπτυξη του κόμβου.
Η επένδυση εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο ενίσχυσης της στρατηγικής συνεργασίας της Ελλάδας με τις ΗΠΑ, αλλά και της διεύρυνσης των οικονομικών και τεχνολογικών δεσμών με τη Νότια Κορέα. Παράλληλα, εκτιμάται ότι θα δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας και θα συμβάλει στην αναβάθμιση της ελληνικής ναυπηγικής βιομηχανίας, η οποία τα τελευταία χρόνια επιχειρεί να ανακτήσει τον ρόλο της στην ευρωπαϊκή και διεθνή αγορά.
Κεντρικός στόχος του «Project Trident» είναι η μετατροπή της Ελευσίνας σε περιφερειακό κόμβο ναυπηγικής και ενεργειακής τεχνογνωσίας, με δυνατότητα εξυπηρέτησης τόσο εμπορικών όσο και αμυντικών αναγκών, ενισχύοντας παράλληλα τη γεωοικονομική θέση της Ελλάδας στην Ανατολική Μεσόγειο.



