Πρώτ΄ απ΄ όλα είναι εμφανές ότι η έκταση και η ένταση της κρίσης συνδέονται με το γεγονός ότι η διευρυμένη Ευρωπαϊκή Ένωση των 27 κρατών- μελών δεν συγκροτεί ένα σχετικά ομοιόμορφο κοινωνικοοικονομικό σύστημα. Αντίθετα, υπογραμμίζεται η «διάσπαση» της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε διαφοροποιημένους κύκλους ή ομάδες κρατών- μελών με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, δομικά προβλήματα, αδυναμίες οικονομικής απόδοσης και διαχείρισης.
Από τη μια μεριά, λοιπόν, υπάρχει η Ευρωζώνη, η ομάδα δηλαδή των 16 κρατών-μελών που έχουν υιοθετήσει το ενιαίο νόμισμα, το ευρώ, και συγκροτούν την Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ). Ωστόσο, σήμερα, η ομάδα αυτή εμφανίζεται διχασμένη και γι΄ αυτό ορισμένοι (όπως, π.χ., πρόσφατα οι «Financial Τimes») εκτιμούν ότι ενδέχεται να υπάρξει πλήρης διάσπαση μεταξύ των χωρών- μελών της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης, οι οποίες έχουν δομικά ισχυρότερες οικονομίες και σχετικώς πειθαρχημένα δημοσιονομικά συστήματα, και των χωρών της Νότιας Ευρώπης/Μεσογείου (Ισπανίας, Ιταλίας, Πορτογαλίας, Ελλάδας, καθώς και Ιρλανδίας), οι οποίες έχουν δομικά ασθενείς οικονομίες και παθογενή δημοσιονομικά καθεστώτα και χαρακτηρίζονται από υψηλό δημόσιο χρέος και δημοσιονομικά ελλείμματα. Οι χώρες αυτές αντιμετωπίζουν ιδιαίτερα προβλήματα δανεισμού, υποχρεούμενες να καταβάλλουν πολύ υψηλότερα επιτόκια από αυτά, λ.χ., της Γερμανίας, τη στιγμή που είναι ταυτόχρονα υποχρεωμένες να εφαρμόζουν την ενιαία νομισματική πολιτική και τους κανόνες πειθαρχίας του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης.
Η ΠΡΩΗΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΕΥΡΩΠΗ
Από την άλλη μεριά, υπάρχει η ομάδα των οκτώ κρατών της πρώην Ανατολικής Ευρώπης, η οποία εντάχθηκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2004, ομάδα κρατών με ιδιαίτερα εύθραυστες οικονομικές δομές και, ως εκ τούτου, περισσότερο εκτεθειμένες στην τρέχουσα οικονομική κρίση. Τούτο φάνηκε ιδιαίτερα οδυνηρά στις περιπτώσεις της Ουγγαρίας και της Λετονίας, χώρες που αναγκάστηκαν να προσφύγουν σε ειδικούς μηχανισμούς χρηματοδοτικής στήριξης με τη συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες της κρίσης και να αποφύγουν την πλήρη κατάρρευση. Έτσι, η οικονομική κρίση φαίνεται να αναδεικνύει τις «διαχωριστικές γραμμές» στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά ταυτόχρονα να υπογραμμίζει και την επιτακτική πολιτική ανάγκη να υπάρξουν όλες εκείνες οι πρωτοβουλίες και στρατηγικές, προκειμένου η Ευρωπαϊκή Ένωση να αντιμετωπίσει επιτυχώς την κρίση, αλλά και να διασφαλίσει τη συνοχή και τη βιωσιμότητά της ως ενιαίου συνόλου πολιτικού και οικονομικού χώρου.
Είναι αξιοσημείωτο ότι ορισμένες πρωτοβουλίες, ιδέες, σχέδια προς την κατεύθυνση αυτή, δηλαδή για την αντιμετώπιση ελλειμμάτων, αδυναμιών και δυσλειτουργιών του πολιτικού και οικονομικού συστήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης προέρχονται κυρίως από σχετικά ισχυρές χώρες (Γαλλία, Γερμανία κ.λπ.) και όχι τόσο από τις παθογενείς χώρες, οι οποίες θα είχαν κάθε συμφέρον και λόγο να κινηθούν προς αυτήν τη λογική. Προφανώς, οι άμεσες και βραχυχρόνιες ανάγκες αντιμετώπισης της κρίσης κυριαρχούν και αποτρέπουν την ανάληψη πρωτοβουλιών με συστημικό χαρακτήρα μεσοπρόθεσμης/μακροχρόνιας μορφής.
Κατά την άποψή μου, η οικονομική κρίση υπογραμμίζει την ανάγκη να επανεξετάσουμε ορισμένες πτυχές του συστήματος πολιτικής και οικονομικής διακυβέρνησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ειδικότερα:
Πρώτον, το θέμα της δημοσιονομικής πολιτικής (fiscal policy) στο πλαίσιο της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης. Όπως είναι γνωστό, ενώ η ΟΝΕ περιλαμβάνει ενιαία νομισματική πολιτική (single monetary policy) που διαμορφώνεται και ασκείται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ-ΕCΒ), η χάραξη της δημοσιονομικής πολιτικής παραμένει στην κυριαρχική δικαιοδοσία των εθνικών κυβερνήσεων και ασκείται στο πλαίσιο του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Το κεντρικό ερώτημα είναι εάν αυτό το καθεστώς μπορεί να συνεχιστεί και να διασφαλίσει τη μακροχρόνια βιωσιμότητα της ΟΝΕ. Η τρέχουσα εμπειρία υπογραμμίζει ότι η ασυμμετρία ανάμεσα στη νομισματική, αφενός, και τη δημοσιονομική πολιτική, αφετέρου, ίσως να μην είναι «διατηρήσιμη» σε μακροχρ