Ως γνωστόν ο Ρεπουμπλικάνος μεγιστάνας είναι ένας απρόβλεπτος χαρακτήρας και ορισμένες επισκέψεις ξένων ηγετών στον Λευκό Οίκο έχουν λήξει με επεισοδιακό τρόπο. Όλοι θυμούνται το δημόσιο Bullying του Τραμπ στον Ζελένσκι, τον οποίο κατηγόρησε ως υπεύθυνο για τον πόλεμο στην Ουκρανία, διώχνοντάς τον εν τέλει «με τις κλοτσιές» από τον Λευκό Οίκο. Πιο πρόσφατα, κατηγόρησε τον πρόεδρο της Νοτίου Αφρικής Σίριλ Ραμπαφόζα για «γενοκτονία λευκών αγροτών», δείχνοντάς του βέβαια ένα ψευδές βίντεο για το Κονγκό. Με τον πρωθυπουργό του Καναδά Μαρκ Κάρνεϊ υπήρξε μία δημόσια αντιπαράθεση για την τραμπική απαίτηση προσάρτησης του Καναδά στις ΗΠΑ, με τον Καναδό να τονίζει ότι η χώρα του δεν «πωλείται» και τον Τραμπ να απαντά «Ποτέ μη λες ποτέ». Ο Γάλλος Πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν «τόλμησε» να διαφωνήσει κατά τη δική του επίσκεψη δημόσια με τον ομόλογό του χωρίς συνέπειες, ενώ η παρουσία του Βρετανού πρωθυπουργού Κιρ Στάρμερ στην Ουάσινγκτον ήταν μάλλον η πιο ήρεμη.
Δύσκολη εξίσωση για τον Μερτς η προσέγγιση του Τραμπ
Ο Τραμπ χρειάζεται ειδικούς χειρισμούς κι αυτό το γνωρίζει καλά ο Μερτς. Εκτιμάται ότι θα επιχειρήσει να τον «καλοπιάσει» με μεγάλα λόγια και κομπλιμέντα. Βασικός στόχος του Μερτς είναι να κρατήσει με οποιοδήποτε τρόπο τον Τραμπ στο «καράβι» της Δύσης, προσπαθώντας να τον πείσει ότι η επιβίωση της Ουκρανίας είναι προς συμφέρον των ΗΠΑ και ότι παρά το γεγονός ότι η Ευρώπη θα αναλάβει περισσότερες πρωτοβουλίες στον τομέα της άμυνας, ο παράγοντας των ΗΠΑ παραμένει ο πιο καταλυτικός.
Θα επιχειρήσει ακόμη να εκμεταλλευτεί την απογοήτευση του Τραμπ για την άρνηση του Ρώσου ομόλογού του Βλαντιμίρ Πούτιν να ανοίξει τον δρόμο για μία εκεχειρία στην Ουκρανία και μία διπλωματική λύση των όποιων ζητημάτων συνδέονται με τον πόλεμο. Στο τηλεφώνημα που πραγματοποιήθηκε μεταξύ των ηγετών του Λευκού Οίκου και του Κρεμλίνου που πραγματοποιήθηκε την Τετάρτη (4/6) ο Τραμπ ανέφερε πώς δεν βλέπει μεγάλες πιθανότητες επίτευξης κατάπαυσης πυρός, χωρίς να πάρει κάποια συγκεκριμένη θέση για τα πρόσφατα ουκρανικά πλήγματα εντός της ρωσικής επικράτειας. Η γερμανική, όπως και η ευρωπαϊκή πλευρά συνολικά, θεωρεί κομβικής σημασίας την επιβολή αμερικανικών κυρώσεων στη Ρωσία και θα επιχειρήσει να πείσει τον Τραμπ να δράσει προς αυτήν την κατεύθυνση.
Ένας απροσδόκητος σύμμαχος
Το εγχείρημα αυτό θεωρείται αρκετά δύσκολο. Ωστόσο ο Μερτς έχει έναν απροσδόκητο σύμμαχο από τις τάξεις των Ρεμπουλικανών, Γερουσιαστή της Νότιας Καρολίνας Λίνσεϊ Γκράχαμ. Ο Γκράχαμ θεωρείται υποστηρικτής του Τραμπ, ωστόσο εξακολουθεί να αναγνωρίζει τη σημασία του ΝΑΤΟ για τη διασφάλιση των αμερικανικών συμφερόντων. Επιπλέον ο Γερουσιαστής είναι φιλικά προσκείμενος προς την Ουκρανία και πέραν αυτού, εχθρικός προς την Κίνα. Αυτό το διάστημα επεξεργάζεται νομοσχέδιο για επιβολή δασμών 500% σε όσους εξακολουθούν αν εισάγουν ρωσικό φυσικό αέριο ή πετρέλαιο. Προφανώς στόχος είναι η Κίνα, η οποία εισάγει άφθονη ενέργεια από τη Ρωσία, ωστόσο ο Γερουσιαστής αναφέρει πώς θα μπορούσαν να υπάρξουν ορισμένες τροποποιήσεις για ευρωπαϊκά κράτη που εξακολουθούν να εισάγουν ρωσική ενέργεια, αλλά στηρίζουν ταυτόχρονα την Ουκρανία.
Το ενδιαφέρον σε αυτήν την πρωτοβουλία είναι ότι έχει υπερκομματική υποστήριξη, καθώς περίπου 80% των Γερουσιαστών, φαίνεται να την αποδέχεται . Η αντικινεζική στάση των ΗΠΑ είναι ένα από τα λίγα σημεία τομής μεταξύ Ρεπουμπλικάνων και Δημοκρατικών στο πολωμένο αμερικανικό πολιτικό σύστημα. Ο Τραμπ θεωρείται ότι εκτιμά την άποψη του Γερουσιαστή και μένει να φανεί αν οι πιέσεις που δέχεται από το ίδιο του του το κόμμα τον οδηγήσουν σε αλλαγή στάσης απέναντι στον Πούτιν, τουλάχιστον στο ζήτημα των κυρώσεων.
Να σημειωθεί ότι ο Γκράχαμ βρέθηκε το περασμένο Σαββατοκύριακο στο Βερολίνο, έχοντας επαφές με αρκετούς πολιτικούς παράγοντες, ενώ φρόντισε να μιλήσει θερμά για την γερμανική πολιτική κυβέρνηση- κάτι που δεν συνηθίζεται ιδιαίτερα στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού τελευταία- επιχειρώντας προφανώς να θέσει τις βάσεις για ένα restart των σχέσεων ΗΠΑ-Γερμανίας.
Ο Μερτς δέχεται τις απαιτήσεις Τραμπ για τις αμυντικές δαπάνες
Το ζήτημα των αμυντικών δαπανών ήταν μόνιμο σημείο τριβής του Τραμπ με την τέως καγκελάριο Άνγκελα Μέρκελ, η οποία ήταν εξάλλου εσωκομματική αντίπαλος του Μερτς. Πλέον, με τη γεωπολιτική περίσταση να έχει γίνει αρκετά πιο επικίνδυνη, η γερμανική στάση έχει αλλάξει, με τον προκάτοχο του Μερτς, Όλαφ Σολτς, να έχει αυξήσει τις αμυντικές δαπάνες και τον νυν καγκελάριο να δεσμεύεται ότι θα συνεχίσει τις προσπάθειες αυτές με ακόμη πιο εντατικό ρυθμό.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο Μερτς αναμένεται να προβάλλει στον Τραμπ τους φιλόδοξους στόχους του να αναβαθμίσει τα γερμανικά στρατεύματα κάνοντάς τα από τα πιο αξιόμαχα στην Ευρώπη και αναλαμβάνοντας περισσότερες πρωτοβουλίες για την άμυνα, όπως εξάλλου απαιτούσε ο αμερικανικός παράγοντας ήδη από την εποχή της προεδρίας Μπαράκ Ομπάμα.
Σημειώνεται ότι τόσο ο Φρίντριχ Μερτς όσο και ο Γερμανός Υπουργός Εξωτερικών έχουν συμφωνήσει κατά βάση στην αύξηση των αμυντικών δαπανών στο 5% του ΑΕΠ. Ως εκ τούτου, εκτιμάται ότι ως προς το ζήτημα των δαπανών, ο Γερμανός Καγκελάριος πάει αρκετά καλά «θωρακισμένος» απέναντι στον Τραμπ.
Η αντιπάθεια στην Μέρκελ ενώνει
Δεν αποκλείεται επίσης να ακούσουμε από τα χείλη του Μερτς, πόσο δίκιο είχε ο Τραμπ κατά τη διάρκεια της πρώτης του θητείας (2017-2021) όταν ασκούσε κριτική και επιθέσεις προς τους Ευρωπαίους, οι οποίοι αρνούνταν αυξήσουν τις στρατιωτικές τους δαπάνες. Με αυτόν τον τρόπο, ο Μερτς θα ανέβαζε το «γόητρο» του Τραμπ και θα έριχνε ταυτόχρονα την … μπηχτή του στην Μέρκελ, η οποία είχε εξάλλου μία δύσκολη σχέση με τον Ρεπουμπλικάνο μεγιστάνα.
Επίθεση φιλίας με στόχο να αποφευχθούν τα χειρότερα
Συνοψίζοντας η επικοινωνιακή στρατηγική του Μερτς για τα ζητήματα της άμυνας θα είναι πιθανότατα μία «επίθεση φιλίας» με στόχο την ανάδειξη του «μεγαλείου» του Αμερικανού Προέδρου, με παράλληλη αναγνώριση των ευρωπαϊκών-γερμανικών λαθών του παρελθόντος, τα οποία ωστόσο βρίσκονται ήδη «υπό διόρθωση», όπως υποστηρίζει ο καγκελάριος. Ταυτόχρονα, θα στηρίξει την άποψη ότι ουκρανικά, ευρωπαϊκά και αμερικανικά συμφέροντα βρίσκονται σε ευθυγράμμιση, έναντι εκείνων της Ρωσίας, ενδεχομένως και της Κίνας.
Δεν υπάρχει κάποια αισιοδοξία ή αυταπάτη ότι ο Τραμπ θα αποκηρύξει δημόσια τον Πούτιν ούτε ότι θα ταυτιστεί με τις ευρωπαϊκές ανησυχίες. Οι προσδοκίες είναι εξαιρετικά περιορισμένες. Στόχος των Ευρωπαίων είναι οι ΗΠΑ να παραμείνουν, έστω με το ένα πόδι στο δυτικό στρατόπεδο, δεδομένου ότι μία ολοκληρωτική απόσυρσή τους δεν θα ήταν διαχειρίσιμη για τα ευρωπαϊκά κράτη, τα οποία εξακολουθούν να υστερούν αμυντικά έναντι της Μόσχας.
Παράκληση χαλάρωσης δασμολογικής έντασης αλλά χωρίς ουσιαστικά αρμοδιότητα
Τέλος, ο Μερτς δεν θα μπορέσει να μην αναφερθεί στο ζήτημα των δασμών κατά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίοι πλήττουν τις γερμανικές εξαγωγές. Ωστόσο πέρα από το αίτημα για αποκλιμάκωση των δασμών δεν θα μπορέσει να του προσφέρει κάτι «στο πιάτο», καθώς οι διαπραγματεύσεις για μία χαλάρωση της εμπορικής έντασης βρίσκονται κυρίως στην αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Η επικεφαλής της, Ούρσουλα φον Ντερ Λάιεν έχει δώσει βέβαια και μία σχετική συμβουλή στον Μερτς για το πώς να χειριστεί τον Τραμπ «Ότι λόγια και να πει, δεν χρειάζεται να πάρει κανείς τα πάντα της μετρητής», υπονοώντας προφανώς ότι ο Αμερικανός Πρόεδρος είναι απρόβλεπτος και δεν αποκλείεται να επιχειρήσει να προβοκάρει τον συνομιλητή του.
Μένει να φανεί λοιπόν ποια εναλλακτική στρατηγική έχει επιλέξει το επιτελείο του Μερτς να εφαρμόσει σε περίπτωση που ο Τραμπ επιχειρήσει να τον αιφνιδιάσει.







