Σύμφωνα με υπολογισμούς του Bloomberg, που βασίζονται σε στοιχεία του ρωσικού υπουργείου Οικονομικών, οι κρατικές δαπάνες τον Δεκέμβριο μειώθηκαν κατά 19% σε ετήσια βάση. Σε επίπεδο συνόλου έτους, οι συνολικές δαπάνες αυξήθηκαν κατά 7%, ποσοστό σημαντικά χαμηλότερο από την άνοδο 24% που είχε καταγραφεί το προηγούμενο έτος, όταν η δημοσιονομική πολιτική ήταν σαφώς πιο επεκτατική.
Η συγκράτηση αυτή επέτρεψε στη ρωσική κυβέρνηση να παραμείνει εντός του νέου στόχου για δημοσιονομικό έλλειμμα ίσο με 2,6% του ΑΕΠ. Το έλλειμμα διαμορφώθηκε τελικά στα 5,6 τρισ. ρούβλια, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 71,6 δισ. δολάρια. Ωστόσο, ο αρχικός σχεδιασμός για έλλειμμα μόλις 0,5% του ΑΕΠ εγκαταλείφθηκε, καθώς τα έσοδα από πετρέλαιο και φυσικό αέριο υποχώρησαν στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων πέντε ετών.
Παρότι η Ρωσία κατέγραψε για τέταρτη συνεχόμενη χρονιά δημοσιονομικό έλλειμμα, αυτή τη φορά το πρόβλημα δεν προέκυψε από ανεξέλεγκτη αύξηση των δαπανών, αλλά κυρίως από την υστέρηση των εσόδων, σε ένα περιβάλλον παρατεταμένου πολέμου στην Ουκρανία και αυξανόμενης διεθνούς απομόνωσης.
Καθοριστικό ρόλο στη μείωση των εσόδων έπαιξαν η πτώση των διεθνών τιμών του αργού πετρελαίου, η διεύρυνση της έκπτωσης στο ρωσικό πετρέλαιο λόγω των αυστηρότερων κυρώσεων, αλλά και η ενίσχυση του ρουβλίου. Οι παράγοντες αυτοί οδήγησαν σε ετήσια μείωση κατά 24% των εσόδων από τον ενεργειακό τομέα.
Η εικόνα επιδεινώθηκε περαιτέρω τον Δεκέμβριο, όταν, μετά τις αμερικανικές κυρώσεις σε δύο από τους μεγαλύτερους παραγωγούς της χώρας —τη Rosneft PJSC και τη Lukoil PJSC— τα έσοδα από πετρέλαιο και φυσικό αέριο κατέρρευσαν κατά 43% σε ετήσια βάση. Παράλληλα, οι εισπράξεις από άλλους τομείς της οικονομίας κινήθηκαν χαμηλότερα των προσδοκιών, αντανακλώντας την απογοητευτική πορεία της ανάπτυξης.
Σύμφωνα με τις ενδείξεις, η ρωσική οικονομία δεν κατάφερε να προσεγγίσει καμία από τις επίσημες προβλέψεις για το 2024, με τον ρυθμό μεγέθυνσης να εκτιμάται ότι διαμορφώθηκε κάτω από το 1%, από 4,3% έναν χρόνο νωρίτερα.
Πιο ευάλωτη δημοσιονομική θέση
Αν και το φετινό έλλειμμα δεν ξεπέρασε το υψηλότερο της τελευταίας δεκαετίας —το 3,8% του ΑΕΠ το 2020, έτος της πανδημίας— η δημοσιονομική θέση της Ρωσίας εμφανίζεται σήμερα σαφώς πιο εύθραυστη. Τότε, το Εθνικό Ταμείο Ευημερίας διέθετε περίπου 8,8 τρισ. ρούβλια σε άμεσα ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ποσό υπερδιπλάσιο σε σχέση με τα σημερινά διαθέσιμα.
Την ίδια στιγμή, ο δανεισμός έχει καταστεί σημαντικά ακριβότερος και δυσκολότερος. Το βασικό επιτόκιο της κεντρικής τράπεζας βρίσκεται στο 16%, έναντι ιστορικού χαμηλού 4,25% το 2020, ενώ η αποχώρηση ξένων επενδυτών έχει περιορίσει αισθητά τη ρευστότητα και το βάθος της εγχώριας αγοράς κεφαλαίου.
Συνολικά, τα στοιχεία υποδηλώνουν ότι η περίοδος άφθονων πόρων για τη χρηματοδότηση του πολέμου, της οικονομίας και της κοινωνικής πολιτικής έχει ουσιαστικά λήξει, ενισχύοντας την ανάγκη για αυστηρότερη δημοσιονομική πειθαρχία.
Οι προοπτικές παραμένουν αβέβαιες, καθώς η παγκόσμια αγορά πετρελαίου εμφανίζει αδυναμία και ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ, έχει αφήσει ανοικτό το ενδεχόμενο περαιτέρω σκλήρυνσης των κυρώσεων κατά του Κρεμλίνου έως ότου επιτευχθεί ειρηνευτική συμφωνία. Παράλληλα, τα μη πετρελαϊκά έσοδα αναμένεται να δεχθούν πιέσεις από τη χαμηλή οικονομική δυναμική, με την ανάπτυξη να εκτιμάται στο 1,3% για το τρέχον έτος.
«Κατανοούμε πλήρως ότι δεν μπορούμε να βασιζόμαστε σε υψηλά έσοδα από πετρέλαιο και φυσικό αέριο σε μακροπρόθεσμη βάση», δήλωσε χαρακτηριστικά ο υπουργός Οικονομικών Αντόν Σιλουάνοφ σε συνέντευξή του στο κρατικό τηλεοπτικό κανάλι Rossiya 24 στα τέλη του περασμένου έτους.
Στο πλαίσιο αυτό, η Ρωσία αναμένεται για πρώτη φορά να μειώσει τις αμυντικές δαπάνες το 2026, κατά περίπου 10% σε ετήσια βάση. Παρά τη σχεδιαζόμενη αυτή περικοπή, ο προϋπολογισμός προβλέπεται να παραμείνει ελλειμματικός και τα επόμενα χρόνια, με τον ακριβό εγχώριο δανεισμό —όπως και το 2025— να αποτελεί τη βασική πηγή χρηματοδότησης, καθώς τα δημοσιονομικά αποθέματα έχουν περιοριστεί δραστικά.



