Σήμερα, εννέα κράτη διαθέτουν πυρηνικά όπλα: η Ρωσία, οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Κίνα, η Ινδία, το Πακιστάν, το Ισραήλ και η Βόρεια Κορέα. Στις αρχές του 2026, το συνολικό οπλοστάσιο τους αριθμούσε 12.187 κεφαλές, μειωμένο ελαφρώς κατά 144 σε σχέση με το 2025. Παρά τη μείωση αυτή, οι διαθέσιμες προς άμεση χρήση πυρηνικές κεφαλές αυξήθηκαν στα 9.745, με αποτέλεσμα να αντιστοιχούν περίπου σε 135.000 φορές τη δύναμη της βόμβας που κατέστρεψε τη Χιροσίμα το 1945.
Το 40% των κεφαλών, δηλαδή 4.012, ήταν τοποθετημένες σε βαλλιστικούς πυραύλους, υποβρύχια ή βάσεις βομβαρδιστικών, αριθμός αυξημένος κατά 108 σε σχέση με το 2024. Ο Hans Kristensen, διευθυντής του Nuclear Information Project στην FAS, προειδοποιεί ότι η συνεχιζόμενη αύξηση των τοποθετημένων κεφαλών ενισχύει τον κίνδυνο ταχείας κλιμάκωσης και ακούσιας χρήσης πυρηνικών.
Η Διεθνής Εκστρατεία για την Κατάργηση των Πυρηνικών Όπλων (ICAN) χαρακτηρίζει την κατάσταση «επικίνδυνη για όλους», τονίζοντας ότι η αυξημένη ένταση σε Ευρώπη, Ασία και Μέση Ανατολή καθιστά την επικινδυνότητα ακόμη μεγαλύτερη.
Η έκθεση επισημαίνει επίσης την αποδυνάμωση του παγκόσμιου πλαισίου αφοπλισμού και ελέγχου των πυρηνικών, κυρίως μετά την εκπνοή της συνθήκης New Start μεταξύ Ρωσίας και ΗΠΑ, καθώς και τις μαζικές επενδύσεις των πυρηνικών δυνάμεων στην εκσυγχρονισμό και την επέκταση των οπλοστασίων τους.
Παράλληλα, 33 κράτη «υπό την ομπρέλα» των πυρηνικών δυνάμεων ενισχύουν ενεργά αυτές τις πολιτικές. Η Melissa Parke, διευθύντρια της ICAN, υπογραμμίζει ότι η πίστη στην ασφάλεια που παρέχει η «πυρηνική ομπρέλα» είναι παραπλανητική, τονίζοντας ότι κανένα κράτος δεν είναι ασφαλές κάτω από πυρηνική απειλή.



