«Η Γροιλανδία πρέπει να περάσει στον έλεγχο των ΗΠΑ»
Ο Αμερικανός πρόεδρος έδειξε για ακόμη μία φορά ότι αντιλαμβάνεται το ΝΑΤΟ περισσότερο ως μια σχέση συναλλαγής παρά ως μια συμμαχία κοινών στρατηγικών συμφερόντων. Με φόντο τις διαφωνίες για τις αμυντικές δαπάνες, επανέφερε την πάγια θέση του ότι η Γροιλανδία, λίγους μήνες μετά την απειλή του να επέμβει στο νησί στρατιωτικά, ότι θα πρέπει να περάσει υπό αμερικανικό έλεγχο, ενώ συνέδεσε ευθέως το ζήτημα με τη στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στην Ευρώπη.
«Η Γροιλανδία πρέπει να ελέγχεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες και όχι από τη Δανία», δήλωσε, αφήνοντας να εννοηθεί ότι, εφόσον οι Ευρωπαίοι δεν ανταποκρίνονται στις αμερικανικές απαιτήσεις, η Ουάσιγκτον δεν έχει λόγο να συνεχίσει να επωμίζεται το κόστος της ευρωπαϊκής άμυνας. Μάλιστα, προχώρησε ένα βήμα παραπέρα, λέγοντας ότι οι ΗΠΑ θα μπορούσαν ακόμη και να αποσύρουν όλες τις στρατιωτικές τους δυνάμεις από την ευρωπαϊκή ήπειρο.
Η αναφορά στη Γροιλανδία μόνο τυχαία δεν ήταν. Το μεγαλύτερο νησί του κόσμου, αυτόνομη περιοχή του Βασιλείου της Δανίας, αποκτά ολοένα μεγαλύτερη στρατηγική σημασία λόγω της Αρκτικής, των νέων θαλάσσιων διαδρόμων και των σημαντικών κοιτασμάτων σπάνιων γαιών και άλλων κρίσιμων πρώτων υλών. Ο Τραμπ είχε επιχειρήσει ήδη από το 2019 να ανοίξει δημόσια συζήτηση για την αγορά της Γροιλανδίας, μια πρόταση που τότε είχε προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στην Κοπεγχάγη και θεωρήθηκε διπλωματικό ατόπημα. Επτά χρόνια αργότερα, όχι μόνο δεν έχει εγκαταλείψει τη συγκεκριμένη επιδίωξη, αλλά την επαναφέρει με ακόμη πιο πιεστικό τρόπο, συνδέοντάς την με τη συνοχή του ΝΑΤΟ.
Πόρτα από τη Δανία
Η απάντηση της Δανίας ήταν άμεση. Η πρωθυπουργός Μέτε Φρεντέρικσεν ξεκαθάρισε από την Άγκυρα ότι η εθνική κυριαρχία της χώρας είναι αδιαπραγμάτευτη και ότι η Γροιλανδία δεν αποτελεί αντικείμενο αγοράς ή διαπραγμάτευσης. Υπενθύμισε παράλληλα ότι το μέλλον του νησιού καθορίζεται από τους κατοίκους του και το συνταγματικό πλαίσιο του Βασιλείου της Δανίας, καλώντας όλους τους συμμάχους να σεβαστούν πλήρως την εδαφική ακεραιότητα ενός κράτους-μέλους της Συμμαχίας.
Εξίσου αιχμηρή ήταν η παρέμβαση του Τραμπ απέναντι στην Ισπανία. Κατηγόρησε ευθέως τη Μαδρίτη ότι δεν στηρίζει επαρκώς τις νέες δεσμεύσεις του ΝΑΤΟ για αμυντικές δαπάνες ύψους 5% του ΑΕΠ και έδωσε δημόσια εντολή στον υπουργό Οικονομικών των ΗΠΑ να προχωρήσει σε διακοπή κάθε εμπορικής σχέσης με τη χώρα.
Παρότι η εφαρμογή μιας τέτοιας απόφασης συναντά σοβαρά νομικά και θεσμικά εμπόδια, καθώς η εμπορική πολιτική αποτελεί αποκλειστική αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και όχι των επιμέρους κρατών-μελών, η πολιτική σημασία της δήλωσης ήταν ιδιαίτερα μεγάλη. Για δεύτερη φορά μέσα σε λίγους μήνες ο Αμερικανός πρόεδρος χρησιμοποιεί το εμπόριο ως μοχλό πίεσης απέναντι σε σύμμαχο του ΝΑΤΟ, επιχειρώντας να συνδέσει οικονομικές σχέσεις και στρατιωτικές υποχρεώσεις.
Σάντσεθ: Η Ισπανία παραμένει αξιόπιστος εταίρος
Η κυβέρνηση του Πέδρο Σάντσεθ επιχείρησε να χαμηλώσει τους τόνους. Ο Ισπανός πρωθυπουργός χαρακτήρισε «πολύ εγκάρδια» τη συνομιλία του με τον Τραμπ στο περιθώριο της Συνόδου και επανέλαβε ότι η Ισπανία παραμένει αξιόπιστος σύμμαχος της Συμμαχίας. Ανακοίνωσε, μάλιστα, νέα ανάπτυξη ισπανικών στρατιωτικών δυνάμεων στη Φινλανδία στο πλαίσιο της αποστολής Arctic Sentry, υπογραμμίζοντας ότι η συνεισφορά της χώρας του στην ευρωπαϊκή ασφάλεια αποδεικνύεται στην πράξη.
Παράλληλα, η Μαδρίτη υπενθύμισε ότι οι εμπορικές σχέσεις Ηνωμένων Πολιτειών και Ισπανίας διέπονται από το θεσμικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δεν μπορούν να ανατραπούν μονομερώς εις βάρος ενός μόνο κράτους-μέλους. Δεν είναι τυχαίο ότι μεγάλοι αμερικανικοί επενδυτικοί όμιλοι εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν την Ισπανία ως μία από τις πιο ελκυστικές οικονομίες της Ευρώπης.
Οι παρεμβάσεις του Τραμπ αναδεικνύουν μια ευρύτερη πραγματικότητα που απασχολεί πλέον ολοένα και περισσότερο τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Πέρα από τις εξωτερικές απειλές που αντιμετωπίζει η Συμμαχία, εντείνονται οι ανησυχίες και για τη συνοχή στο εσωτερικό της, όταν κορυφαίος σύμμαχος εμφανίζεται πρόθυμος να συνδέσει ζητήματα εθνικής κυριαρχίας, εμπορίου και στρατιωτικής προστασίας με όρους πολιτικής διαπραγμάτευσης.
Ίσως τελικά η Σύνοδος της Άγκυρας να μείνει στην ιστορία όχι μόνο για τις αποφάσεις που έλαβε σχετικά με τη Μέση Ανατολή ή τις νέες ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο, αλλά και γιατί κατέδειξε ότι η μεγαλύτερη πρόκληση για το ΝΑΤΟ ενδέχεται να προέρχεται πλέον και από τις διαφορετικές αντιλήψεις στο εσωτερικό της ίδιας της Συμμαχίας.





