• Γ.Δ.ΓΕΝ. ΔΕΙΚΤΗΣ0,000%
  • S&P 5000,000%
  • Nasdaq0,000%
  • FTSE 1000,000%
  • Nikkei 2250,000%
  • DAX0,000%
  • CAC 400,000%
  • €/$
  • €/£
  • BTC
Τσουνάμι χρέους στις αγορές: Τα $40 τρισ. των ΗΠΑ αναζητούν αγοραστές
10:46 - 21 Αυγ 2026

Τσουνάμι χρέους στις αγορές: Τα $40 τρισ. των ΗΠΑ αναζητούν αγοραστές

Η προσπάθεια της αμερικανικής κυβέρνησης να περιορίσει τις πιέσεις στην αγορά κρατικών ομολόγων μπορεί απλώς να μεταθέτει το πρόβλημα για αργότερα, καθώς η νέα έκρηξη στις παγκόσμιες εκδόσεις χρέους δοκιμάζει την επενδυτική ζήτηση, σύμφωνα με τη JPMorgan.

Το αμερικανικό Υπουργείο Οικονομικών ουσιαστικά επαναγοράζει ομόλογα μεγαλύτερης διάρκειας, ενώ παράλληλα εκδίδει έντοκα γραμμάτια μικρότερης διάρκειας. Η στρατηγική αυτή μπορεί να προσφέρει προσωρινή ανακούφιση στις αγορές, χωρίς όμως να αντιμετωπίζει το βασικό πρόβλημα: το ίδιο το βάρος του χρέους παραμένει, δήλωσε στο CNBC ο James Sullivan, συν-επικεφαλής της παγκόσμιας θεμελιώδους έρευνας της JPMorgan.

Το Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ, υπό τον υπουργό Σκοτ Μπέσεντ, ανακοίνωσε την Τετάρτη (19/8) ότι θα τουλάχιστον διπλασιάσει το μέγεθος των επαναγορών κρατικών ομολόγων, αρχής γενομένης από τις 9 Σεπτεμβρίου και έως τις 4 Νοεμβρίου.

Ο Sullivan παρομοίασε την πρακτική αυτή με την προσπάθεια να αναχρηματοδοτεί κανείς μακροπρόθεσμες υποχρεώσεις χρησιμοποιώντας βραχυπρόθεσμο δανεισμό.

«Είναι λίγο σαν να πληρώνεις το στεγαστικό σου με την πιστωτική σου κάρτα. Μπορεί να λειτουργήσει για κάποιο διάστημα, αλλά τελικά η αναντιστοιχία αρχίζει να γίνεται όλο και πιο εμφανής».

Η παρέμβαση μπορεί πράγματι να συμβάλει στον περιορισμό του κόστους δανεισμού βραχυπρόθεσμα. Ωστόσο, σύμφωνα με τον Sullivan, δεν αντιμετωπίζει το μεγαλύτερο πρόβλημα: το τεράστιο κύμα κρατικού και εταιρικού χρέους που πρέπει τελικά να απορροφηθεί από τους επενδυτές.

«Οι κυβερνήσεις που προσπαθούν να ελέγξουν τις αγορές δεν αποτελούν, τις περισσότερες φορές, ιδιαίτερα ελκυστική ιστορία», σημείωσε.

Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στις ΗΠΑ. Ο Sullivan έκανε λόγο για περίπου 40 τρισ. δολάρια αμερικανικού κρατικού χρέους και περίπου 76 τρισ. δολάρια χρέους των κυβερνήσεων των ανεπτυγμένων οικονομιών παγκοσμίως, την ώρα που και οι εταιρικές εκδόσεις ομολόγων καταγράφουν ιστορικά υψηλά επίπεδα.

Ακόμη και όταν τα θεμελιώδη μεγέθη της οικονομίας παραμένουν ισχυρά, η τεράστια αύξηση της προσφοράς ομολόγων έχει σημασία για τις αγορές, υποστήριξε ο Sullivan. Όσο περισσότερα ομόλογα εκδίδονται, τόσο μεγαλύτερη είναι η ανάγκη να βρεθούν αγοραστές — και αυτό ενδέχεται να απαιτεί από τους εκδότες να προσφέρουν υψηλότερες αποδόσεις.

«Ο μόνος τρόπος να εξισορροπηθούν η προσφορά και η ζήτηση είναι μέσω της τιμής», είπε.

Η εξίσωση γίνεται ακόμη πιο δύσκολη καθώς ορισμένοι παραδοσιακοί αγοραστές αμερικανικού κρατικού χρέους περιορίζουν την παρουσία τους στην αγορά. Οι τοποθετήσεις της Κίνας σε αμερικανικά κρατικά ομόλογα βρίσκονται στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 18 ετών, ενώ τα Treasurys που διακρατούνται σε θεματοφυλακή στις ΗΠΑ για λογαριασμό ξένων κυβερνήσεων έχουν υποχωρήσει στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 14 ετών.

Το κύμα δανεισμού δεν αφορά μόνο τις κυβερνήσεις. Και οι επιχειρήσεις προσφεύγουν μαζικά στις αγορές χρέους, καθώς η οικονομική ανάπτυξη γίνεται ολοένα πιο κεφαλαιουχικά απαιτητική, μεταξύ άλλων λόγω των επενδύσεων σε υποδομές τεχνητής νοημοσύνης, της μεταφοράς παραγωγικής δραστηριότητας πίσω στις ΗΠΑ και των επενδύσεων που συνδέονται με την εθνική ασφάλεια.

Σύμφωνα με τον Sullivan, οι κορυφαίες εταιρείες του κλάδου της τεχνητής νοημοσύνης έχουν εκδώσει φέτος χρέος ύψους 200 δισ. δολαρίων, ποσό αυξημένο κατά 80% σε σχέση με πέρυσι. Οι τεράστιες επενδύσεις σε data centers και άλλες υποδομές AI εντείνουν έτσι τον ευρύτερο ανταγωνισμό για διαθέσιμα κεφάλαια.

Οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται στην αγορά ομολόγων αλλά επεκτείνονται και στις μετοχές. Όσο αυξάνονται οι αποδόσεις των ομολόγων, τόσο πιο ανταγωνιστικές γίνονται οι επενδύσεις σταθερού εισοδήματος έναντι των μετοχών — ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπου οι αποτιμήσεις των μετοχών παραμένουν υψηλές.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της JPMorgan, οι αποδόσεις των ομολόγων είναι πλέον υψηλότερες από την earnings yield του S&P 500, δηλαδή από την απόδοση κερδών που προσφέρει ο δείκτης.

Αυτό καθιστά την επιλογή μεταξύ ομολόγων και μετοχών ολοένα πιο δύσκολη για τους επενδυτές.

«Η απόφαση για την κατανομή των κεφαλαίων γίνεται σημαντικά πιο σύνθετη από εδώ και πέρα, καθώς εξελίσσονται αυτές οι συνθήκες στις αγορές», κατέληξε ο Sullivan.