Όπως αναφέρει η γερμανική οικονομική εφημερίδα Handelsblatt, η διαδικασία των περικοπών αναμένεται να ξεκινήσει τον Οκτώβριο και να ολοκληρωθεί μέχρι το τέλος του 2027. Η εταιρεία υπολογίζει ότι από το 2028 το πρόγραμμα θα της αποφέρει ετήσια εξοικονόμηση περίπου 1 δισ. ευρώ. Η συμφωνία για την αναδιοργάνωση υπογράφηκε το βράδυ της Τρίτης, έπειτα από έξι εβδομάδες διαβουλεύσεων και σκληρών διαπραγματεύσεων ανάμεσα στην εργοδοσία και τους εκπροσώπους του προσωπικού.
Το σχέδιο προβλέπει τη μείωση του αριθμού των εργαζομένων με τρόπο που χαρακτηρίζεται «κοινωνικά υπεύθυνος», χωρίς μαζικές απολύσεις. Οι περικοπές θα πραγματοποιηθούν μέσω φυσικής αποχώρησης εργαζομένων, πρόωρων συνταξιοδοτήσεων και προγραμμάτων εθελούσιας εξόδου με οικονομική αποζημίωση. Το συγκεκριμένο πακέτο αφορά μόνο το προσωπικό που εργάζεται στη Γερμανία και το κόστος του εκτιμάται ότι θα φτάσει περίπου το 1 δισ. ευρώ.
Οι περισσότερες μειώσεις θέσεων θα επικεντρωθούν σε διοικητικές και υποστηρικτικές λειτουργίες και όχι στους εργαζόμενους της παραγωγής. Μεταξύ άλλων, αναμένεται να επηρεαστούν τα κεντρικά γραφεία της BMW στο Μόναχο, καθώς και το Κέντρο Έρευνας και Καινοτομίας (FIZ).
Παρά τις περικοπές, η διοίκηση της BMW αποφάσισε να διατηρήσει την υφιστάμενη συμφωνία προστασίας της απασχόλησης, η οποία παραμένει ενεργή όσο η εταιρεία συνεχίζει να εμφανίζει κέρδη προ φόρων. Παράλληλα, δεν προβλέπονται μειώσεις στα επιδόματα άδειας και Χριστουγέννων, αν και το ύψος του τελευταίου είχε ήδη περιοριστεί πριν από δύο χρόνια.
Σε αντίθεση με άλλους μεγάλους γερμανικούς ομίλους του κλάδου, η BMW δεν σχεδιάζει προς το παρόν σημαντικές αλλαγές στην παραγωγική της παρουσία στη Γερμανία. Αντίθετα, η Volkswagen εξετάζει ακόμη και το ενδεχόμενο να κλείσει τέσσερις μονάδες παραγωγής, ενώ βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα πρόγραμμα αναδιάρθρωσης που θα μπορούσε να οδηγήσει σε απώλεια έως και 50.000 θέσεων εργασίας. Παράλληλα, η Porsche, που ανήκει στον όμιλο Volkswagen, έχει ήδη ανακοινώσει σχέδιο περικοπής 5.000 θέσεων.
Την ίδια στιγμή, η BMW βρίσκεται αντιμέτωπη με αυξανόμενες πιέσεις στην κινεζική αγορά, η οποία για χρόνια αποτελούσε έναν από τους βασικότερους μοχλούς κερδοφορίας των Γερμανών κατασκευαστών πολυτελών οχημάτων. Η ενίσχυση των κινεζικών εταιρειών στα ηλεκτρικά αυτοκίνητα, η κάμψη της ζήτησης για οχήματα με κινητήρες εσωτερικής καύσης, αλλά και η χαμηλή αξιοποίηση των εργοστασίων της στην Κίνα, τα οποία λειτουργούν μόλις στο 50%-60% της δυναμικότητάς τους, επιβαρύνουν τις προοπτικές της εταιρείας.
Επιπλέον πιέσεις προκαλούν οι αμερικανικοί δασμοί και η ευρύτερη εμπορική διαμάχη μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών, Ευρωπαϊκής Ένωσης και Κίνας. Υπό αυτές τις συνθήκες, η βαυαρική αυτοκινητοβιομηχανία έχει αναθεωρήσει επί τα χείρω τις προβλέψεις της, αναμένοντας πλέον «σημαντική» πτώση των κερδών της, περίπου κατά 15%, αντί για την προηγούμενη εκτίμηση περί «μέτριας» υποχώρησης.



