Υπενθυμίζεται ότι η ΕΕΤΤ, μετά από προτροπή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, υιοθέτησε πρόσφατα ορισμένα μέτρα με στόχο τη μείωση των «τελών τερματισμού» στην κινητή.
Οι ρυθμίσεις αυτές, όμως, που εναρμονίζονταν με τις εκούσιες μειώσεις στις οποίες είχαν προβεί ήδη οι εταιρείες κινητής τηλεφωνίας., θεωρήθηκαν από τον κ. Χατζηδάκη ανεπαρκείς και για τον λόγο αυτόν κατέθεσε σχετική ερώτηση, στην οποία και επεσήμανε ότι το χρονοδιάγραμμα μείωσης των τιμών είναι χρονοβόρο ( 12 μήνες από τηνδημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως πράγμα που δεν έχει ακόμα συμβεί ), αλλά και ότι με βάση την απόφαση της ΕΕΤΤ θα επιτρέπεται πλέον ελάχιστη χρέωση για 30 δευτερόλεπτα κλήσης, ανεξάρτητα από την πραγματική διάρκειά της.
Το τελευταίο, σύμφωνα με τον ευρωβουλευτή της Νέας Δημοκρατίας, θα έχει ως συνέπεια οι εταιρείες κινητής τηλεφωνίας να κερδίσουν σημαντικό ποσό από αυτό που χάνουν λόγω των μειώσεων. Σημειώνεται ότι το θέμα αυτό είναι καθαρά ελληνικού ενδιαφέροντος και δεν έχει καμία σχέση με το ζήτημα της περιαγωγής ( roaming ), για το οποίο η Κομισιόν κατέθεσε τις προτάσεις της την προηγούμενη εβδομάδα.
Στην απάντηση της προς τον κ. Χατζηδάκη, η κα Ρέντινγκ τονίζει ότι μετά από την πρόσφατη εκούσια μείωση που εφαρμόστηκε από τις εταιρείες κινητής τηλεφωνίας από την 1η Ιουνίου 2006, η Κομισιόν απευθύνθηκε στην EETT, καλώντας την «να εφαρμόσει βραχύτερη περίοδο για τη σταδιακή μείωση των τελών τερματισμού κλήσεων κινητών επικοινωνιών χονδρικής στην Ελλάδα, προκειμένου να επιτευχθούν τα επίπεδα που έχει θέσει ως στόχο η EETT, πριν από τον Ιούνιο 2007». Προσθέτει επίσης ότι «τα τέλη τερματισμού κλήσεων κινητής τηλεφωνίας στην Ελλάδα θα πρέπει να συγκλίνουν ταχύτερα προς τον αντίστοιχο μέσο όρο της ΕΕ».
Ας σημειωθεί ότι μετά την μείωση τα τέλη τερματισμού στην Ελάδα είναι 12,30 λεπτά του ευρώ ανά λεπτό συνομιλίας, ενώ σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες είναι9 - 10 λεπτά του ευρώ.
Παράλληλα η αρμόδια Επίτροπος σημειώνει ότι η Κομισιόν κάλεσε την ΕΕΤΤ να επανεξετάσει την ελάχιστη περίοδο χρέωσης των 30 δευτερολέπτων δεδομένου ότι «ένα τέτοιο σύστημα τιμολόγησης μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν συμβιβάζεται πλήρως με τους κανονιστικούς στόχους που θέτει η οδηγία πλαίσιο» για τις τηλεπικοινωνίες.



