Υπενθυμίζεται ότι κατά την ψηφοφορία της 3ης Ιουνίου εξελέγησαν ως ευρωπαϊκά μη μόνιμα μέλη η Πορτογαλία και η Αυστρία, διαδεχόμενες την Ελλάδα και τη Δανία.
Το σοκ ήταν εμφανές στη γερμανική αποστολή όταν ανακοινώθηκαν τα αποτελέσματα της ψηφοφορίας. Ο καγκελάριος, ο υπουργός Εξωτερικών Γιόχαν Βάντεφουλ, ακόμη και ο πρόεδρος Φρανκ-Βάλτερ Σταϊνμάιερ είχαν εντείνει κατά τους τελευταίους μήνες τις προσπάθειές τους να εξασφαλίσουν τη στήριξη των διεθνών εταίρων τους.
Το γερμανικό ΥΠΕΞ απέδωσε την ήττα του Βερολίνου στο γεγονός ότι η χώρα ξεκίνησε μόλις το 2020, κατά τη διάρκεια της τελευταίας καγκελαρίας της Άνγκελα Μέρκελ, να σχεδιάζει την υποψηφιότητά της για το Συμβούλιο Ασφαλείας. Αντιθέτως, η Αυστρία επεξεργαζόταν σχετικά σχέδια ήδη από το 2011, ενώ η Πορτογαλία από το 2013.
Το Βερολίνο κατηγορείται για επιλεκτική επίκληση του Διεθνούς Δικαίου
Ωστόσο, η γερμανική ήττα δεν μπορεί να αποδοθεί μόνο στην καθυστερημένη προετοιμασία της υποψηφιότητας. Το Βερολίνο αντιμετωπίζει ένα σοβαρό πρόβλημα αντιφάσεων στην άσκηση της εξωτερικής του πολιτικής τα τελευταία χρόνια, οι οποίες αποτυπώνονται κυρίως στις θέσεις που έχει υιοθετήσει απέναντι στις δύο μεγάλες συγκρούσεις της εποχής μας: τον πόλεμο στην Ουκρανία και την κρίση στη Μέση Ανατολή.
Η Γερμανία επικαλείται (ορθώς) το Διεθνές Δίκαιο όσον αφορά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και πιέζει τα υπόλοιπα κράτη-μέλη του ΟΗΕ να την καταδικάσουν και να προχωρήσουν σε κυρώσεις κατά της Μόσχας. Στη Μέση Ανατολή, ωστόσο, η στάση του Βερολίνου χαρακτηρίζεται από αμηχανία λόγω της ιδιαίτερης ιστορικής σχέσης Γερμανίας-Ισραήλ, γεγονός που αντιμετωπίζεται κριτικά από μεγάλη μερίδα των κρατών-μελών του ΟΗΕ. Πολλές χώρες θεωρούν ότι η επίκληση του Διεθνούς Δικαίου από τη Γερμανία είναι επιλεκτική, γεγονός που φαίνεται να αποδυναμώνει την αξιοπιστία της.
Οι εξελίξεις στη Γάζα και οι κατηγορίες για εγκλήματα πολέμου από το Ισραήλ έχουν προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στη διεθνή κοινότητα. Αυτό φάνηκε και στην περσινή Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, όταν μια σειρά από ευρωπαϊκά και δυτικά κράτη, μεταξύ των οποίων η Γαλλία, η Βρετανία και Πορτογαλία επέκριναν ανοιχτά την ισραηλινή πολιτική και προχώρησαν στην αναγνώριση του παλαιστινιακού κράτους. Χαρακτηριστική υπήρξε επίσης η αποχώρηση κορυφαίων διπλωματών από την αίθουσα κατά τη διάρκεια της ομιλίας του Ισραηλινού πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου.
Γιατί κέρδισαν οι υποψηφιότητες της Πορτογαλίας και της Αυστρίας
Η Γερμανία, ωστόσο, ακολούθησε διαφορετική γραμμή, ιδίως στο ζήτημα της αναγνώρισης παλαιστινιακού κράτους, την οποία θεωρεί πρόωρη όσο η Γάζα ελέγχεται από τη Χαμάς. Είχε προηγηθεί το καλοκαίρι του 2025 η αμφιλεγόμενη δήλωση του καγκελάριου Μερτς για τον πόλεμο των δώδεκα ημερών, σύμφωνα με την οποία «το Ισραήλ κάνει για εμάς τη βρώμικη δουλειά». Επιπλέον, για τη γερμανική υποψηφιότητα θα ήταν χρήσιμη η παρουσία του καγκελάριου στην περσινή Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ. Ωστόσο, ο Μερτς παρέμεινε τότε στο Βερολίνο, επικαλούμενος υποχρεώσεις που σχετίζονταν με τις διαπραγματεύσεις για τον προϋπολογισμό.
Μια ακόμη προβληματική πτυχή ήταν η γερμανική σιωπή απέναντι στην υπόθεση του Νικολάς Μαδούρο και τις αμερικανικές ενέργειες εναντίον του στις αρχές του 2026.
Από την άλλη πλευρά, η πορτογαλική υποψηφιότητα κέρδισε δυναμική χάρη στις πρωτοβουλίες της Λισαβόνας σε ζητήματα που απασχολούν έντονα τον Παγκόσμιο Νότο, μεταξύ των οποίων και το Παλαιστινιακό. Η υποψηφιότητα της Βιέννης κέρδισε επίσης πόντους λόγω της στρατιωτικής ουδετερότητας της Αυστρίας, η οποία δεν είναι μέλος του ΝΑΤΟ.
Παράλληλα, υπήρξε και σχετική ρωσική κινητικότητα, με στόχο να μην αποκτήσει ο σημαντικότερος ευρωπαϊκός υποστηρικτής της ουκρανικής άμυνας αναβαθμισμένο ρυθμιστικό ρόλο και περαιτέρω επιρροή μέσω μιας θέσης στο Συμβούλιο Ασφαλείας.
Ρυθμιστικός παράγοντας για το μέλλον της διεθνούς τάξης ο Παγκόσμιος Νότος
Συνεπώς, ένα από τα βασικά συμπεράσματα που προκύπτουν για το Βερολίνο είναι ότι θα χρειαστεί να επανεξετάσει την προσέγγισή του στη διπλωματική σκακιέρα, εάν επιθυμεί να αναβαθμίσει τον ρόλο του στη διεθνή σκηνή τα επόμενα χρόνια. Ο Παγκόσμιος Νότος ενισχύει διαρκώς τη δυναμική του και επιθυμεί – σε μεγάλο βαθμό εύλογα – να διαθέτει μεγαλύτερο λόγο στις διεθνείς διεργασίες. Άλλωστε, η κριτική ότι ο ΟΗΕ διατηρεί υπερβολικά ευρωκεντρικά και αμερικανοκεντρικά χαρακτηριστικά έχει ενταθεί τα τελευταία χρόνια.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να επιδιώκει ένα σημαντικό άνοιγμα προς τον Παγκόσμιο Νότο μέσω εμπορικών συμφωνιών με τη Mercosur και την Ινδία, μια εξέλιξη που είναι σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα γερμανικών πιέσεων. Ωστόσο, πέρα από τις οικονομικές σχέσεις, θα απαιτηθεί και βαθύτερη πολιτική εμβάθυνση. Όπως έχει εξάλλου επισημάνει ο Φινλανδός πρόεδρος Αλεξάντερ Στουμπ στο βιβλίο του Triangle of Power, ο ρόλος του Παγκόσμιου Νότου για τη διεθνή ασφάλεια είναι σήμερα πιο κρίσιμος από ποτέ.
Σε κάθε περίπτωση, η μη εκλογή της Γερμανίας στο Συμβούλιο Ασφαλείας συνιστά προσωπική ήττα για τον καγκελάριο Μερτς, ο οποίος είχε επενδύσει σημαντικά στο προφίλ του «καγκελάριου-διπλωμάτη». Οι πιέσεις προς το πρόσωπό του αναμένεται να αυξηθούν περαιτέρω, ιδίως εάν το κόμμα του δεν καταγράψει ικανοποιητικές επιδόσεις στις τοπικές εκλογές των επόμενων μηνών και η εξτρεμιστική AfD συνεχίσει την ανοδική της πορεία.






