Σύμφωνα με την αμερικανική στρατιωτική διοίκηση για τη Μέση Ανατολή (CENTCOM), οι αμερικανικές δυνάμεις κατέρριψαν τέσσερα ιρανικά drones πάνω από τα Στενά του Ορμούζ, υποστηρίζοντας ότι συνιστούσαν απειλή για τη διεθνή ναυσιπλοΐα. Ακολούθως, οι ΗΠΑ προχώρησαν σε βομβαρδισμούς εναντίον ιρανικών εγκαταστάσεων ραντάρ στο νησί Κεσμ και στην περιοχή Γκορούκ, με στόχο –όπως ανέφεραν– την αποτροπή περαιτέρω επιθέσεων.
Η Τεχεράνη απάντησε μέσω των Φρουρών της Επανάστασης, οι οποίοι ανακοίνωσαν ότι έπληξαν «εχθρικές βάσεις» στην περιοχή ως αντίποινα για τα αμερικανικά πλήγματα. Η Ουάσιγκτον υποστηρίζει ότι το Ιράν εκτόξευσε συνολικά επτά πυραύλους προς το Κουβέιτ και το Μπαχρέιν, εκ των οποίων οι έξι αναχαιτίστηκαν, ενώ ο έβδομος δεν έφθασε στον στόχο του.
Στο Κουβέιτ, οι αρχές ανακοίνωσαν ότι η αντιαεροπορική άμυνα αναχαίτισε πυραύλους και drones, διευκρινίζοντας ότι οι εκρήξεις που ακούστηκαν στην πρωτεύουσα οφείλονταν στις επιχειρήσεις αναχαίτισης. Ο εναέριος χώρος της χώρας έκλεισε προσωρινά, πριν αποκατασταθεί η αεροπορική κυκλοφορία.
Κουβέιτ και Μπαχρέιν καταδίκασαν έντονα τις ιρανικές επιθέσεις, κάνοντας λόγο για κατάφωρη παραβίαση της εθνικής τους κυριαρχίας και απειλή για τη σταθερότητα της περιοχής.
Την ίδια ώρα, ο Ντόναλντ Τραμπ εμφανίστηκε αισιόδοξος για την πορεία των επιχειρήσεων, υποστηρίζοντας ότι το Ιράν έχει χάσει το μεγαλύτερο μέρος των πυραυλικών και μη επανδρωμένων δυνατοτήτων του. Ωστόσο, παραδέχθηκε ότι η Τεχεράνη εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικό αριθμό πυραύλων, ενώ οι έμμεσες διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο πλευρών για μια ενδεχόμενη συμφωνία τερματισμού του πολέμου συνεχίζονται εν μέσω μιας εξαιρετικά εύθραυστης εκεχειρίας.
{https://exchange.glomex.com/video/v-dj1w3g2n6nkx?integrationId=eexbs1jkg0kofln}





