Με σημερινή του απόφαση το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων απεφάνθη ότι ορθώς συνεστήθη ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια Δικτύων και Πληροφοριών (ENISA), βάσει της ρήτρας περί της ενιαίας αγοράς του άρθρου 95 της συνθήκης ΕΚ, απορρίπτοντας νομική αμφισβήτηση του Ηνωμένου Βασιλείου.
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια Δικτύων και Πληροφοριών (ENISA) ιδρύθηκε το 2004 και σήμερα έχει έδρα στο Ηράκλειο (Ελλάδα). Η ένσταση του Ηνωμένου Βασιλείου αφορούσε στη νομική εγκυρότητα της σύστασης του ENISA, διότι κατά την άποψή του, θα έπρεπε να έχει συσταθεί με ομοφωνία του Συμβουλίου και μόνον με διαβούλευση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (άρθρο 308 της συνθήκης ΕΚ). Με τη σημερινή του απόφαση, όμως, το ΔΕΚ επιβεβαιώνει ότι οι κοινοτικοί οργανισμοί, οι οποίοι συμβάλλουν στην ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, μπορούν να συσταθούν βάσει της ρήτρας περί της εσωτερικής αγοράς ακόμη και στην περίπτωση που οι εξουσίες τους συνίστανται κατ' ουσίαν στην έκδοση πράξεων μη κανονιστικών. Το ΔΕΚ απεφάνθη επίσης ότι οι κανόνες περί της ενιαίας αγοράς δεν πρέπει κατ’ ανάγκη να έχουν ως αποδέκτες κράτη μέλη. Το ΔΕΚ υπογραμμίζει ειδικότερα τη στενή σύνδεση μεταξύ του έργου του ENISA και του κανονιστικού πλαισίου της ΕΕ για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες, στόχος των οποίων είναι η ενιαία αγορά στον χώρο των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών. Αναφερόμενη στην απόφαση του ΔΕΚ η Viviane Reding, επίτροπος αρμόδια για την Κοινωνία της πληροφορίας και τα μέσα ενημέρωσης, τόνισε ότι επιβεβαιώνεται η άποψη της Επιτροπής κατά την οποία μπορούν να θεσπίζονται βάσει των κανόνων περί της ενιαίας αγοράς της συνθήκης ΕΚ, κανόνες οι οποίοι εγγυώνται ασφαλή, σταθερά και αξιόπιστα δίκτυα Τεχνολογιών Πληροφοριών (ΤΠ) στην Ευρώπη. Κατέληξε δε σημειώνοντας ότι πρόθεσή της είναι ο ENISA να διαδραματίσει βασικό ρόλο στο μελλοντικό έργο της Επιτροπής για την ασφάλεια των δικτύων και της ΤΠ. Η ρήτρα περί της ενιαίας αγοράς του άρθρου 95 της συνθήκης ΕΚ προβλέπει τη θέσπιση κανόνων σε κοινοτικό επίπεδο για την βελτίωση της ενιαίας αγοράς, με ειδική πλειοψηφία στο Συμβούλιο στο πλαίσιο διαδικασίας συναπόφασης με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.