Με δυο λόγια, θέλουν περισσότερη Ελλάδα, αλλά κατά προτίμηση πληρωμένη από τους Έλληνες.
Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι. Ο Έλληνας φορολογούμενος δεν έχει καμία υποχρέωση να χρηματοδοτήσει την ανάπτυξη της ξένης κρουαζιέρας. Δεν μπορεί να πληρώνει λιμενικά έργα, ηλεκτροδότηση πλοίων, ύδρευση, καθαριότητα, διαχείριση αποβλήτων, ασφάλεια, κυκλοφοριακές παρεμβάσεις και προστασία μνημείων, για να ενισχύεται ένα επιχειρηματικό μοντέλο που διατηρεί πάνω στο πλοίο το μεγαλύτερο μέρος της τουριστικής δαπάνης.
Η κρουαζιέρα δεν είναι φιλανθρωπία. Πρόκειται για μια εξαιρετικά οργανωμένη και κερδοφόρα δραστηριότητα. Οι εταιρείες εισπράττουν από τις καμπίνες, την εστίαση, τα ποτά, τις εκδρομές, τα καταστήματα και τις υπόλοιπες υπηρεσίες που παρέχονται εν πλω. Πωλούν τη Σαντορίνη, τη Μύκονο, την Αθήνα και τα ελληνικά νησιά ως μέρος του προϊόντος τους. Επομένως, είναι απολύτως λογικό να συμμετέχουν στο κόστος προστασίας και λειτουργίας αυτών των προορισμών.
Βεβαίως, η κρουαζιέρα συνεισφέρει στην οικονομία. Δεν προσφέρει όμως πάντοτε όσα υπονοούν τα εντυπωσιακά στοιχεία για εκατομμύρια επιβάτες και χιλιάδες προσεγγίσεις. Ο επιβάτης αποβιβάζεται συνήθως για λίγες ώρες, καταναλώνει περιορισμένα και επιστρέφει στο πλοίο για φαγητό και διαμονή. Αντίθετα, ο προορισμός επωμίζεται την κυκλοφοριακή συμφόρηση, την επιβάρυνση των υποδομών, την κατανάλωση φυσικών πόρων και την πίεση που προκαλείται στους κατοίκους και στους επισκέπτες διαμονής.
Άλλο πράγμα είναι το home porting, το οποίο δημιουργεί αεροπορική κίνηση, διανυκτερεύσεις, τροφοδοσία, τεχνικές εργασίες και ουσιαστική τοπική απασχόληση. Και άλλο η ολιγόωρη μαζική απόβαση χιλιάδων ανθρώπων σε έναν ήδη κορεσμένο προορισμό. Δεν μπορούμε να βάζουμε τα δύο μοντέλα στο ίδιο καλάθι και να μετράμε απλώς κεφάλια στις προβλήτες.
Οι εταιρείες πάντως έχουν δίκιο σε ένα σημείο. Τα τέλη πρέπει να ανακοινώνονται εγκαίρως. Ο προγραμματισμός των δρομολογίων, όπως λένε οι εκπρόσωποι της κρουαζιέρας, γίνεται έως και δύο χρόνια νωρίτερα και το κράτος οφείλει να παρέχει ένα σταθερό και προβλέψιμο πλαίσιο. Αυτή όμως είναι απαίτηση για σοβαρή διοίκηση, όχι λόγος κατάργησης ή συρρίκνωσης του τέλους.
Το τέλος κρουαζιέρας πρέπει να παραμείνει, να είναι αναλογικό προς την επιβάρυνση κάθε προορισμού και να διαφοροποιείται ανάλογα με την εποχή, τον αριθμό επιβατών και τον βαθμό κορεσμού. Κυρίως, τα έσοδά του πρέπει να επιστρέφουν με διαφάνεια στις τοπικές κοινωνίες και να χρηματοδοτούν συγκεκριμένα έργα.
Μπορούν ενδεχομένως να προβλεφθούν χαμηλότερες χρεώσεις για λιμάνια που χρειάζονται ανάπτυξη ή στοχευμένα κίνητρα για εταιρείες που δημιουργούν αποδεδειγμένη προστιθέμενη αξία στην Ελλάδα. Αλλά η επιδότηση δεν μπορεί να αποτελεί μονόδρομο και η απειλή αλλαγής δρομολογίων δεν μπορεί να υποκαθιστά μια σοβαρή συζήτηση για το οικονομικό και περιβαλλοντικό αποτύπωμα του κλάδου.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται οποιαδήποτε κρουαζιέρα με οποιουσδήποτε όρους. Χρειάζεται κρουαζιέρα που αφήνει στη χώρα περισσότερα από όσα της κοστίζει. Όποιος αξιοποιεί εμπορικά τους ελληνικούς προορισμούς οφείλει να πληρώνει το μερίδιο που του αναλογεί. Απλά, καθαρά και ωραία…



