Ο κ. Τσάφος υπενθύμισε ότι το πρόγραμμα ξεκίνησε με προϋπολογισμό περίπου 434 εκατ. ευρώ και στόχευε αρχικά σε 17.000 ωφελούμενους, ωστόσο οι αιτήσεις ξεπέρασαν τις 55.000. «Βασικός μας στόχος ήταν να βρούμε επιπλέον χρηματοδότηση ώστε να ανταποκριθούμε σε αυτό το μεγάλο ενδιαφέρον και το πετύχαμε», σημείωσε, τονίζοντας ότι με την αύξηση των δικαιούχων καλύπτεται σχεδόν το σύνολο των αιτούντων από κοινωνικά ευάλωτες ομάδες και από οικογένειες που κατοικούν σε πληγείσες περιοχές.
Αναφερόμενος στις αλλαγές που εισάγονται σε κάθε κύκλο του «Εξοικονομώ», ο υφυπουργός σημείωσε ότι γίνονται στοχευμένες βελτιώσεις, ενώ για το κριτήριο του «εύλογου κόστους» διευκρίνισε πως δεν αποτελεί καινοτομία του προγράμματος του 2025. Όπως είπε, το συγκεκριμένο κριτήριο προβλέπεται από την ευρωπαϊκή και εθνική νομοθεσία και ίσχυε και στα προγράμματα του 2021 και του 2023, με ανώτατα όρια τα 200 και 240 ευρώ αντίστοιχα, ενώ φέτος διαμορφώθηκε στα 280 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο.
Ο κ. Τσάφος εξήγησε επίσης ότι η έμφαση στα έργα θέρμανσης δεν είναι τυχαία, καθώς η θέρμανση αντιστοιχεί περίπου στο 60% του ενεργειακού κόστους των νοικοκυριών, ενώ συμβάλλει καθοριστικά και στη μείωση των εκπομπών ρύπων από τη χρήση πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Σε ό,τι αφορά το μέλλον του «Εξοικονομώ», ο υφυπουργός παραδέχθηκε ότι μέχρι σήμερα το πρόγραμμα χρηματοδοτείται κυρίως από το Ταμείο Ανάκαμψης, οι πόροι του οποίου ολοκληρώνονται. Όπως ανέφερε, στο επόμενο διάστημα θα αξιοποιηθούν κονδύλια από το Κλιματικό και Ενεργειακό Ταμείο, ενώ στόχος της κυβέρνησης –σε ευθυγράμμιση με τις πρακτικές των υπόλοιπων ευρωπαϊκών χωρών– είναι η δημιουργία ενός νέου μοντέλου που δεν θα βασίζεται αποκλειστικά σε κρατικούς πόρους, αλλά θα μοχλεύει και ιδιωτικά κεφάλαια, προκειμένου να επιτευχθούν υψηλότερα επίπεδα εξοικονόμησης ενέργειας.
Κριτική εκ των έσω
Από την πλευρά του, ο βουλευτής της ΝΔ Γιώργος Βλάχος άσκησε κριτική στον τρόπο υλοποίησης του προγράμματος, επισημαίνοντας ότι τα αποτελέσματα του «Εξοικονομώ 2025» ανακοινώθηκαν με μεγάλη καθυστέρηση, στο τέλος του έτους, σε σχέση με τις αρχικές δεσμεύσεις της κυβέρνησης. Όπως ανέφερε, τα κριτήρια που τελικά εφαρμόστηκαν δημιούργησαν προβλήματα τόσο στη βαθμολόγηση των αιτήσεων όσο και στη χρονική καταλληλότητα για την εκτέλεση των έργων.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στην άνιση γεωγραφική κατανομή, σημειώνοντας ότι η Αττική έλαβε μόλις το 5% των αιτήσεων, καθώς και στο πλαφόν των 280 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, το οποίο –όπως είπε– τέθηκε εκ των υστέρων, προκαλώντας αδικίες και αδιαφάνεια. «Αν οι πολίτες γνώριζαν από την αρχή το πλαφόν, δεν θα προχωρούσαν σε δύο ή τρεις παρεμβάσεις, αλλά θα ιεραρχούσαν διαφορετικά τις ανάγκες τους», υπογράμμισε.
Ο κ. Βλάχος ζήτησε, τέλος, να υπάρξουν ειδικές πρόνοιες για τους επιλαχόντες, αλλά και για όσους ξεκίνησαν εργασίες εντός του 2025, έχοντας ήδη καταβάλει προκαταβολές ή υλοποιήσει παρεμβάσεις, τονίζοντας την ανάγκη διορθωτικών κινήσεων. Παράλληλα, επισήμανε ότι οι μηχανικοί και το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας δεν θα πρέπει να παραγκωνιστούν από τη διαδικασία εγκρίσεων υπέρ παρόχων, καθώς αποτελούν θεσμικούς συμβούλους του κράτους.
Όπως κατέληξε, η διαχείριση τέτοιων προγραμμάτων απαιτεί ιδιαίτερη σοβαρότητα, καθώς έχει άμεσο αντίκτυπο στους πολίτες και, όπως είπε χαρακτηριστικά, «το πολιτικό κόστος αφορά όσους καλούνται καθημερινά να δίνουν απαντήσεις στην κοινωνία».



