Η συνεδρίαση, πάντως, χαρακτηρίστηκε από έντονες διακυμάνσεις. Οι τιμές υποχώρησαν από τα υψηλά της ημέρας μετά τις πληροφορίες ότι ΗΠΑ και Ιράν εξετάζουν ένα σταδιακό σχέδιο αποκλιμάκωσης, το οποίο θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ.
Το Brent ενισχύθηκε κατά 3,52 δολάρια ή 3,4% και ολοκλήρωσε τη συνεδρίαση στα 106,60 δολάρια το βαρέλι, καταγράφοντας το υψηλότερο κλείσιμο από τις 15 Σεπτεμβρίου. Το αμερικανικό West Texas Intermediate (WTI) σημείωσε κέρδη 2,45 δολαρίων ή 2,7%, στα 94,61 δολάρια το βαρέλι. Κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης, και τα δύο συμβόλαια είχαν βρεθεί να ενισχύονται περίπου 5%.
Η άνοδος του WTI ήρθε έπειτα από έξι διαδοχικές πτωτικές συνεδριάσεις, στη διάρκεια των οποίων η τιμή του είχε υποχωρήσει συνολικά περίπου 13%.
Οι Χούθι επαναφέρουν τις ανησυχίες για την προσφορά
Η Σαουδική Αραβία ανακοίνωσε ότι οι δυνάμεις της αναχαίτισαν έξι βαλλιστικούς πυραύλους που εκτοξεύθηκαν από τους φιλοϊρανούς Χούθι της Υεμένης, αποτρέποντας επιθέσεις με στόχο τις περιοχές Ταΐφ και Γιανμπού, κοντά στις ακτές της Ερυθράς Θάλασσας.
Η Γιανμπού αποτελεί κομβικής σημασίας ενεργειακό κέντρο για τη Σαουδική Αραβία, καθώς εκεί βρίσκεται σημαντική εγκατάσταση εξαγωγών πετρελαίου μέσω της Ερυθράς Θάλασσας.
Την ίδια ώρα, η Σαουδική Αραβία αυξάνει τις μεταφορές αργού μέσω του αγωγού East-West Pipeline, ο οποίος συνδέει τις πετρελαϊκές εγκαταστάσεις της χώρας με το λιμάνι της Γιανμπού. Πηγές της αγοράς αναφέρουν ότι, βάσει δορυφορικών δεδομένων και στοιχείων από τη ναυτιλία, οι φορτώσεις πετρελαίου από δεξαμενόπλοια δεν έχουν ακόμη επανέλθει.
Στο επίκεντρο τα Στενά του Ορμούζ
Οι ενεργειακές αγορές παρακολουθούν στενά τις επαφές Ουάσιγκτον και Τεχεράνης, καθώς τα Στενά του Ορμούζ έχουν αναδειχθεί σε βασικό διαπραγματευτικό εργαλείο στις προσπάθειες για τον τερματισμό της σύγκρουσης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν.
Σύμφωνα με πηγές που επικαλείται το Reuters, Αμερικανοί και Ιρανοί διαπραγματευτές στη Νέα Υόρκη εξετάζουν μια σταδιακή διαδικασία εξόδου από την κρίση. Στο πλαίσιο αυτό, η Τεχεράνη θα μπορούσε να προχωρήσει στην επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ, ενώ η Ουάσιγκτον θα προχωρούσε σε άρση του οικονομικού αποκλεισμού που έχει επιβάλει στο Ιράν.
Τα Στενά του Ορμούζ, από τα οποία διέρχεται σημαντικό τμήμα της παγκόσμιας ενεργειακής διακίνησης, έχουν μετατραπεί σε κεντρικό πεδίο της αντιπαράθεσης. Το Ιράν επιδιώκει την ελάφρυνση των κυρώσεων που επιβαρύνουν την οικονομία του, ενώ οι ΗΠΑ ζητούν να διασφαλιστεί η ελεύθερη διέλευση των πλοίων από μία από τις σημαντικότερες ενεργειακές αρτηρίες του κόσμου.
Ωστόσο, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, καμία από τις δύο πλευρές δεν θέλει να απεμπολήσει τα πλεονεκτήματα που διαθέτει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Νέα πίεση από τις κυρώσεις και το ντίζελ
Παράλληλα, οι αγορές ενέργειας δέχονται νέες πιέσεις από την αγορά καυσίμων. Οι τιμές του ντίζελ έχουν ανέλθει σε ιστορικά υψηλά επίπεδα τις τελευταίες εβδομάδες, εξαιτίας των προβλημάτων στην προσφορά, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι ΗΠΑ βρίσκονται σε επαφές για το ενδεχόμενο επιβολής περιορισμών στις εξαγωγές.
Σύμφωνα με πληροφορίες, η Ουάσιγκτον εξετάζει ακόμη και την επιβολή προσωρινού περιορισμού διάρκειας 90 ημερών στις εξαγωγές ντίζελ. Αξιωματούχοι της κυβέρνησης Τραμπ, ωστόσο, έχουν διαψεύσει ότι έχει ληφθεί οριστική απόφαση.
Ο υπουργός Ενέργειας των ΗΠΑ Κρις Ράιτ έχει πραγματοποιήσει επαφές με στελέχη μεγάλων αμερικανικών διυλιστηρίων, προκειμένου να εξεταστεί η δυνατότητα ενός εθελοντικού περιορισμού στις εξαγωγές ντίζελ. Η κυβέρνηση αναζητά με αυτόν τον τρόπο εναλλακτικές επιλογές αντί της άμεσης επιβολής απαγόρευσης.
Οι διεθνείς αγορές ντίζελ εξακολουθούν να βρίσκονται υπό πίεση, καθώς η Ρωσία έχει περιορίσει τις εξαγωγές καυσίμων μετά τις ουκρανικές επιθέσεις σε διυλιστήρια και ενεργειακές υποδομές. Παράλληλα, οι επιθέσεις του Ιράν σε πλοία και ενεργειακές εγκαταστάσεις στη Μέση Ανατολή ενισχύουν τις ανησυχίες για την παγκόσμια προσφορά.
Αναλυτές επισημαίνουν ότι μια ενδεχόμενη απαγόρευση των εξαγωγών ντίζελ από τις ΗΠΑ θα μπορούσε τελικά να προκαλέσει το αντίθετο αποτέλεσμα, μειώνοντας ακόμη περισσότερο τις διαθέσιμες ποσότητες στη διεθνή αγορά και ασκώντας πρόσθετες πιέσεις στις τιμές και συνολικά στις αγορές ενέργειας.



