Οι βασικοί χρηματιστηριακοί δείκτες ξεκίνησαν τη συνεδρίαση με σημαντικές απώλειες, στη συνέχεια όμως κατάφεραν να περιορίσουν την πτώση τους, μετά τις πληροφορίες ότι ΗΠΑ και Ιράν εξετάζουν ένα σχέδιο για τον τερματισμό της σύγκρουσης, παρότι φαίνεται πως οι εξελίξεις δεν είναι θετικές.
Οι ειδήσεις επηρέασαν και τις τιμές του πετρελαίου, με το Brent να κλείνει στα 106,60 δολάρια, με άνοδο 3,4%, και το WTI στα 94,61 δολάρια, ενισχυμένο κατά 2,7%.
Στο ταμπλό, τώρα, ο Dow Jones υποχώρησε κατά 0,31%, στις 51.339 μονάδες, καταγράφοντας την τρίτη διαδοχική πτωτική συνεδρίασή του. Ο S&P 500 σημείωσε οριακή πτώση 0,02%, στις 7.704 μονάδες, ενώ ο Nasdaq έκλεισε με ανεπαίσθητη άνοδο 0,01%, στις 26.939 μονάδες.
Οι μετοχές στο ταμπλό
Στις μετοχές, η Meta Platforms ξεχώρισε με άνοδο περίπου 4,5%, μετά την παρουσίαση νέων προϊόντων και εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης, ενώ ισχυρά κέρδη σημείωσε και η Advanced Micro Devices (AMD), εν μέσω του επενδυτικού ενδιαφέροντος για την τεχνητή νοημοσύνη.
Άνοδο κατέγραψαν επίσης οι Paramount Skydance και Warner Bros. Discovery, λόγω των εξελίξεων γύρω από τη μεταξύ τους συμφωνία και των προσδοκιών για αναδιάρθρωση στον κλάδο των μέσων ενημέρωσης.
Στον αντίποδα, η Oracle υποχώρησε περισσότερο από 3%, καθώς οι επενδυτές προβληματίστηκαν για την αποτίμηση και τις υψηλές επενδυτικές ανάγκες της εταιρείας στις υποδομές τεχνητής νοημοσύνης. Πιέσεις δέχθηκαν επίσης Qualcomm και Nvidia, ενώ η PepsiCo κινήθηκε χαμηλότερα μετά την ανακοίνωση αυξήσεων τιμών σε ορισμένα προϊόντα.
Στο επίκεντρο τα ομόλογα
Στο επίκεντρο παρέμεινε και η αγορά κρατικών ομολόγων, όπου το sell-off συνεχίστηκε, οδηγώντας τις αποδόσεις σε υψηλά πολλών ετών.
Η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού ομολόγου αυξήθηκε κατά περίπου επτά μονάδες βάσης, στο 5,179%, επίπεδο που είχε να καταγραφεί από τον Ιούλιο του 2007. Αντίστοιχα, η απόδοση του 30ετούς τίτλου ενισχύθηκε στο 5,468%, φτάνοντας στο υψηλότερο επίπεδό της από το 2004.
«Η αγορά αντιμετωπίζει έναν τριπλό μακροοικονομικό αντίθετο άνεμο: υψηλότερο πετρέλαιο, υψηλότερες αποδόσεις ομολόγων και μια πιο επιθετική Fed. Ο καθένας από αυτούς τους παράγοντες ξεχωριστά μπορεί να αντιμετωπιστεί. Όταν όμως εμφανίζονται και οι τρεις ταυτόχρονα, μπορούν να ασκήσουν πίεση στις αποτιμήσεις των μετοχών», δήλωσε ο Κινγκ Λιπ, επικεφαλής στρατηγικής στην BakerAvenue Wealth Management.
Από την έναρξη του πολέμου μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, η απόδοση του 2ετούς αμερικανικού τίτλου έχει αυξηθεί κατά περισσότερες από 150 μονάδες βάσης, ενώ η απόδοση του 30ετούς έχει ενισχυθεί κατά τουλάχιστον 80 μονάδες βάσης.
Αλλάζουν οι προσδοκίες για τη Fed
Η νέα άνοδος των αποδόσεων των αμερικανικών ομολόγων συνδέεται με την αλλαγή των προσδοκιών για τη νομισματική πολιτική της Fed. Σύμφωνα με το FedWatch της CME, η πιθανότητα δεύτερης διαδοχικής αύξησης επιτοκίων τον Οκτώβριο ανέρχεται πλέον στο 77,5%, από 55,4% μία εβδομάδα νωρίτερα. Για νέα αύξηση τον Δεκέμβριο, η πιθανότητα ξεπερνά το 58%, έναντι 41,7%.
Οι επενδυτές επηρεάστηκαν από τις δηλώσεις αξιωματούχων της Fed, οι οποίοι τόνισαν την ανάγκη επιστροφής του πληθωρισμού στον στόχο. Η Άννα Πόλσον ανέφερε ότι μπορεί να χρειαστεί νέα αύξηση επιτοκίων, ενώ ο Τζον Γουίλιαμς σημείωσε ότι η Fed έχει ακόμη «πολλή δουλειά να κάνει». Η Μπεθ Χάμακ προειδοποίησε για διαταραχές στην προσφορά που ενισχύουν τον κίνδυνο παγίωσης των πληθωριστικών προσδοκιών, ενώ ο Τομ Μπάρκιν επισήμανε ότι οι πιέσεις στο κόστος έχουν επεκταθεί πέρα από την ενέργεια, αυξάνοντας τον κίνδυνο πιο επίμονου πληθωρισμού.
Ο Άντζελο Κουρκάφας της Edward Jones εκτίμησε ότι, παρά την ισχυρή ανάπτυξη, η άνοδος των αποδόσεων και η αυξημένη μεταβλητότητα στην αγορά ομολόγων αποτελούν μεγαλύτερο εμπόδιο για τις μετοχές.
Στο επίκεντρο και η συνάντηση Τραμπ–Σι
Το ενδιαφέρον των επενδυτών στράφηκε και στη συνάντηση του Ντόναλντ Τραμπ με τον Σι Τζινπίνγκ, με επίκεντρο τις εμπορικές σχέσεις ΗΠΑ–Κίνας.
Σύμφωνα με τον Σκοτ Μπέσεντ, οι δύο πλευρές συμφώνησαν να παρατείνουν για περίπου δύο μήνες την εμπορική εκεχειρία, χωρίς αρχικά να υπάρξουν επίσημες ανακοινώσεις. Η παράταση δίνει περισσότερο χρόνο για μια πιθανώς ευρύτερη εμπορική συμφωνία, αν και δεν είναι σαφές εάν αυτή θα επιτευχθεί πριν από τη νέα προθεσμία της 10ης Ιανουαρίου.
Παράλληλα, η τεχνητή νοημοσύνη παραμένει πεδίο στρατηγικού ανταγωνισμού μεταξύ των δύο χωρών, ενώ ο Σι Τζινπίνγκ κάλεσε τον Τραμπ να διατηρήσει αποστάσεις από την Ταϊβάν και να αντιταχθεί σε οποιαδήποτε προσπάθεια ανεξαρτησίας της.



