Αρχικά, μιλώντας για τη τρέχουσα κατάσταση, η κ. Παπακωνσταντίνου θεωρεί ότι έχει αποκτήσει ορισμένα μόνιμα χαρακτηριστικά: «Στην παρούσα συγκυρία η αβεβαιότητα έχει αρχίσει να αποκτά μόνιμα χαρακτηριστικά. Οπότε, οι κατευθύνσεις που δίνονται από εποπτικής σκοπιάς για την ανθεκτικότητα των τραπεζών αποκτούν ακόμα μεγαλύτερη σημασία».
Κατά την ομιλία του ο κ. Ibel εξήγησε ότι στα τελευταία 10 και πλέον έτη της λειτουργίας του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού η ανθεκτικότητα των ευρωπαϊκών τραπεζών έχει ενισχυθεί και έχουν βελτιωθεί τα θεμελιώδη μεγέθη τους παρά τις προκλήσεις που πηγάζουν από το μακροοικονομικό περιβάλλον και τις διαδοχικές εξωγενείς διαταραχές.
Η κ. Παπακωνσταντίνου και ο κ. Ibel συμφώνησαν ότι οι ελληνικές τράπεζες έχουν επιδείξει εντυπωσιακή πρόοδο, ιδιαίτερα λαμβάνοντας υπόψη τη μεγάλη μείωση των Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων και την αύξηση της κερδοφορίας τους.
Ο κ. Ibel παρουσίασε τα βασικά στοιχεία που διασφαλίζουν την ανθεκτικότητα των τραπεζών έναντι γεωπολιτικών κινδύνων:
- Επαρκή κεφαλαιακά αποθέματα
- Πλήρης εξυγίανση των ισολογισμών
- Ικανοποιητική κερδοφορία
- Υψηλή επιχειρησιακή ανθεκτικότητα
Αναφερόμενη στην ανάγκη για περισσότερη Ευρώπη, μεταξύ άλλων μέσω της ολοκλήρωσης της Τραπεζικής Ένωσης και της Ένωσης Κεφαλαιαγορών, η κ. Παπακωνσταντίνου υπογράμμισε ότι: «Η πρόοδος που έχει συντελεστεί στο ευρωπαϊκό και το ελληνικό τραπεζικό σύστημα είναι αποτέλεσμα κοινής προσπάθειας και η ενιαία εποπτεία των ευρωπαϊκών τραπεζών μπορεί να λειτουργήσει ως θετικό παράδειγμα για άλλους τομείς».
Τέλος, οι δύο συνομιλητές συμφώνησαν ότι η ενίσχυση της κοινής εποπτικής κουλτούρας είναι κρίσιμης σημασίας για την ευθυγράμμιση της εποπτικής προσέγγισης μεταξύ των επιμέρους αρμόδιων αρχών και δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την άσκηση αποτελεσματικής εποπτείας.







