Οι αγορές χρήματος έχουν στραφεί σε σαφώς πιο «hawkish» κατεύθυνση, καθώς η νέα άνοδος στις τιμές της ενέργειας εντείνει τις ανησυχίες για την πορεία του πληθωρισμού. Υπό αυτές τις συνθήκες, τα swaps προεξοφλούν πλέον τέσσερις επιπλέον αυξήσεις επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα μέσα στους επόμενους 12 μήνες, ενώ για την Τράπεζα της Αγγλίας ενσωματώνουν προσδοκίες για πέντε αντίστοιχες αυξήσεις.
Οι συγκεκριμένες εκτιμήσεις απέχουν σημαντικά από το μήνυμα που έχουν εκπέμψει το τελευταίο διάστημα οι υπεύθυνοι χάραξης νομισματικής πολιτικής. Η ΕΚΤ επανέλαβε την προηγούμενη εβδομάδα ότι δεν έχει προαποφασίσει τις επόμενες κινήσεις της, μετά τη δεύτερη αύξηση επιτοκίων από την έναρξη του πολέμου στο Ιράν. Παράλληλα, στελέχη της κεντρικής τράπεζας είχαν χαρακτηρίσει τότε υπερβολικά επιθετικές τις προσδοκίες της αγοράς για τρεις ακόμη αυξήσεις. Οι οικονομολόγοι, από την πλευρά τους, εκτιμούν ότι είναι πιθανότερο να ακολουθήσουν μόλις μία ή δύο αυξήσεις.
Στη Βρετανία, όπου η BoE δεν έχει προχωρήσει σε αύξηση επιτοκίων από την αρχή του έτους, ο υποδιοικητής Ντέιβ Ράμσντεν δήλωσε την περασμένη εβδομάδα ότι θεωρεί την υφιστάμενη νομισματική πολιτική κατάλληλη, αναγνωρίζοντας ωστόσο ότι υπάρχουν ανοδικοί κίνδυνοι. Η κεντρική τράπεζα συνεδριάζει την Πέμπτη και οι αγορές δεν αναμένουν αλλαγή στη στάση της. Νωρίτερα μέσα στη χρονιά, ο διοικητής Άντριου Μπέιλι είχε αμφισβητήσει τις εκτιμήσεις της αγοράς για δύο αυξήσεις επιτοκίων, αριθμός που σήμερα είναι μικρότερος από το ήμισυ όσων προεξοφλούνται.
«Η τιμολόγηση των αγορών κινείται σε πλήρη αντίθεση με τα μηνύματα της Τράπεζας της Αγγλίας», ανέφερε ο Τζέιμς Σμιθ, οικονομολόγος της ING. Όπως σημείωσε, ο Μπέιλι μπορεί να επιχειρήσει εκ νέου να αμφισβητήσει τις προσδοκίες των επενδυτών, αν και εκτιμά ότι οι σχετικές προειδοποιήσεις δύσκολα θα επηρεάσουν την αγορά.
Αν και δεν είναι ασυνήθιστο οι αγορές να προεξοφλούν περισσότερες αυξήσεις ή μειώσεις επιτοκίων από όσες αφήνουν να εννοηθούν οι κεντρικοί τραπεζίτες, η σημερινή απόκλιση θεωρείται ιδιαίτερα μεγάλη. Βασικός λόγος είναι η αβεβαιότητα γύρω από τη διάρκεια της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή και τις δευτερογενείς επιπτώσεις που μπορεί να έχει στον πληθωρισμό.
Η στροφή των αγορών προς ένα σενάριο περισσότερων αυξήσεων επιτοκίων ενισχύθηκε αυτή την εβδομάδα από το νέο άλμα στις τιμές της ενέργειας. Το φυσικό αέριο εκτοξεύθηκε σε επίπεδα που είχαν να καταγραφούν από το 2022, ενώ τα futures του πετρελαίου σημείωσαν την Τρίτη νέα άνοδο για δεύτερη συνεχόμενη ημέρα, ξεπερνώντας τα 108 δολάρια το βαρέλι. Η εξέλιξη συνδέεται με το γεγονός ότι ένας σημαντικός αγωγός στη Σαουδική Αραβία παραμένει εκτός λειτουργίας.
Καθώς οι ανησυχίες για τις πληθωριστικές επιπτώσεις μιας παρατεταμένης σύγκρουσης μεταφέρονται στις χρηματοπιστωτικές αγορές, οι αποδόσεις των βραχυπρόθεσμων κρατικών ομολόγων έχουν αυξηθεί σημαντικά. Οι αποδόσεις των διετών τίτλων σε Γερμανία και Ηνωμένο Βασίλειο καταγράφουν το μεγαλύτερο συνεχόμενο εβδομαδιαίο σερί ανόδου των τελευταίων ετών, ενώ το κόστος μακροπρόθεσμου δανεισμού έχει φτάσει στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων δεκαετιών.
«Πρόκειται για ένα εξωτερικό σοκ που βρίσκεται πέρα από τον άμεσο έλεγχο των κεντρικών τραπεζών», δήλωσε ο Ελίας Χαντάντ, επικεφαλής στρατηγικής αγορών της Brown Brothers Harriman & Co. Όπως εξήγησε, το βασικό ζητούμενο για τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής είναι να αποτρέψουν τη μετάδοση του ενεργειακού σοκ στον δομικό πληθωρισμό και στις πληθωριστικές προσδοκίες.
Η Τράπεζα της Αγγλίας αναμένεται να αναφερθεί στην άνοδο του ενεργειακού κόστους κατά την επικείμενη συνεδρίασή της. Τα swaps αποδίδουν πλέον πιθανότητα 30% σε μια αύξηση επιτοκίων, σενάριο που μέχρι πριν από λίγες ημέρες θεωρούνταν εξαιρετικά απίθανο.
Οι traders θα εξετάσουν προσεκτικά τη φρασεολογία που θα χρησιμοποιήσει η BoE στην ανακοίνωσή της, καθώς αυτή τη φορά δεν θα πραγματοποιηθεί συνέντευξη Τύπου. Τον Μάρτιο, όταν η κεντρική τράπεζα είχε προειδοποιήσει ότι ήταν «έτοιμη να αναλάβει δράση» απέναντι στις πληθωριστικές πιέσεις που προκαλούσε η εκτόξευση του ενεργειακού κόστους, η αγορά είχε σπεύσει να προεξοφλήσει υψηλότερα επιτόκια, χωρίς τελικά να ακολουθήσει κάποια αύξηση.
«Είναι αρκετά δύσκολο για τον διοικητή Μπέιλι να εμφανιστεί πιο επιθετικός από την ίδια την αγορά», σχολίασε ο Μογέν Ισλάμ, αναλυτής της Barclays.
Ο Βεν Ραμ, cross-asset strategist του Bloomberg, σημείωσε ότι με την αύξηση της προηγούμενης εβδομάδας, η ΕΚΤ έχει ήδη φτάσει στο ανώτατο όριο του ονομαστικά ουδέτερου επιτοκίου, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των δικών της οικονομολόγων. Τρεις ακόμη αυξήσεις από τα σημερινά επίπεδα θα έφερναν το βασικό επιτόκιο σε ξεκάθαρα περιοριστικό επίπεδο, κάτι που θα ήταν δύσκολο να υποστηριχθεί ακόμη και από τα πιο «hawkish» μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου.
Σε ό,τι αφορά την BoE, οι εκτιμήσεις για το ουδέτερο επιτόκιο παρουσιάζουν σημαντικές αποκλίσεις ακόμη και μεταξύ των μελών της επιτροπής νομισματικής πολιτικής. Ωστόσο, μια εκτίμηση που βασίζεται στον κανόνα Taylor τοποθετεί τα επιτόκια της βρετανικής κεντρικής τράπεζας αρκετά χαμηλότερα από το σχεδόν 4,75% που προεξοφλεί σήμερα η αγορά για τους επόμενους 12 μήνες.
Η απόκλιση των αγορών
Παρότι τα swaps χρησιμοποιούνται ως βασικός δείκτης για την αποτύπωση των προσδοκιών σχετικά με τα επιτόκια, η εικόνα είναι πιο σύνθετη, καθώς οι traders δεν στοιχηματίζουν αποκλειστικά στην κατεύθυνση των επιτοκίων, αλλά παράλληλα χρησιμοποιούν την αγορά για να αντισταθμίσουν τον κίνδυνο από τις μεταβολές του κόστους δανεισμού.
Οι δείκτες αναμενόμενης μεταβλητότητας για τα διετή swaps στη Βρετανία και την Ευρώπη κατά τον επόμενο μήνα έχουν αυξηθεί απότομα, αν και εξακολουθούν να βρίσκονται σημαντικά χαμηλότερα από τα υψηλά του Μαρτίου. Η εικόνα αυτή θα μπορούσε να αλλάξει σε περίπτωση νέων προβλημάτων στην προσφορά πετρελαίου.
Την προηγούμενη εβδομάδα, η πρόεδρος της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ προειδοποίησε ότι ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη είναι πιθανό να παραμείνει αυξημένος για κάποιο διάστημα, καθώς το σοκ στις τιμές που προκαλεί η αύξηση του ενεργειακού κόστους μπορεί να αποδειχθεί πιο παρατεταμένο από ό,τι αρχικά αναμενόταν.
Μάλιστα, υπό την πίεση των δημοσιογράφων, η Λαγκάρντ αναγνώρισε ουσιαστικά την απόσταση που έχει δημιουργηθεί ανάμεσα στις προσδοκίες των αγορών και στη στάση της ΕΚΤ.
«Οι αγορές κάνουν αυτό που πρέπει να κάνουν και εμείς κάνουμε αυτό που πρέπει να κάνουμε», δήλωσε χαρακτηριστικά.



