Κι όμως, παρά τις στρεβλώσεις, τις προσβολές και τις καταχρήσεις, η γαλανόλευκη συνεχίζει να κυματίζει αγέρωχη. Όχι επειδή είναι απλώς ένα κρατικό έμβλημα, αλλά επειδή κουβαλά μια ιστορία πολύ μεγαλύτερη από τα πρόσωπα και τις εποχές που επιχείρησαν να τη μικρύνουν.
Η ιστορία της ελληνικής σημαίας δεν ξεκινά από μια τυπική κρατική πράξη. Ξεκινά πολύ νωρίτερα, σε μια εποχή όπου ο ελληνισμός δεν είχε ακόμη πολιτική υπόσταση, αλλά διέθετε μνήμη, πίστη και ισχυρά σύμβολα ταυτότητας.
Για αιώνες, οι Έλληνες δεν είχαν μία ενιαία εθνική σημαία με τη σημερινή έννοια. Υπήρχαν όμως λάβαρα, σταυροί, εκκλησιαστικά σύμβολα, βυζαντινές αναφορές, τοπικά εμβλήματα και πολεμικά πανό, που λειτουργούσαν ως φάροι ιστορικής συνέχειας.
Ο σταυρός είχε ήδη κεντρική θέση, όχι μόνο ως θρησκευτικό έμβλημα, αλλά και ως βασικό στοιχείο συλλογικής συνείδησης ενός λαού που ζούσε χωρίς κράτος, αλλά με επίγνωση της ταυτότητας του.
Όταν ξέσπασε η Επανάσταση του 1821, αυτή η ανάγκη αποτυπώθηκε αμέσως και στα σύμβολα του Αγώνα. Δεν υπήρχε από την πρώτη στιγμή μία κοινή, αυστηρά καθορισμένη μορφή σημαίας. Αντίθετα, υπήρχε ποικιλία. Διαφορετικές περιοχές, νησιά και οπλαρχηγοί ύψωναν διαφορετικά πανό, συχνά με λευκό σταυρό σε γαλάζιο φόντο, άλλοτε με επιγραφές όπως το «Ελευθερία ή Θάνατος» και άλλοτε με σύμβολα όπως η άγκυρα ή ο φοίνικας.
Η εικόνα αυτή αντανακλούσε τη φύση της ίδιας της Επανάστασης. Τα σύμβολα αυτά με άλλα λόγια, γεννήθηκαν μέσα στον πυρετό του Αγώνα και όχι μέσα στην ασφάλεια ενός οργανωμένου κράτους.
Η ανάγκη να αποκτήσει η Επανάσταση ενιαία πολιτική ταυτότητα έφερε μαζί της και την ανάγκη για ενιαία εθνικά σύμβολα. Έτσι, το 1822, η Α΄ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου προχώρησε στην πρώτη επίσημη καθιέρωση της σημαίας. Τότε ορίστηκαν ως εθνικά χρώματα το κυανό και το λευκό, ενώ θεσπίστηκαν διαφορετικοί τύποι σημαίας για τη στεριά και τη θάλασσα.
Η σημαία της στεριάς ήταν ένας λευκός σταυρός πάνω σε κυανό φόντο. Η σημαία της θάλασσας, με τις λευκές και κυανές λωρίδες και τον σταυρό στο πάνω αριστερό τμήμα, ήταν η μορφή που έμελλε να αποκτήσει τη μεγαλύτερη αναγνωρισιμότητα και να ταυτιστεί τελικά με το ελληνικό κράτος.
Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί η ναυτική εκδοχή της σημαίας επικράτησε στο συλλογικό φαντασιακό. Η Ελλάδα δεν συγκροτήθηκε μόνο ως χερσαίο κράτος. Συγκροτήθηκε και ως ναυτικό έθνος.
Τα νησιά, οι ναυτικές κοινότητες, ο εμπορικός στόλος και ο ένοπλος αγώνας στη θάλασσα έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην Επανάσταση και στη διαμόρφωση της εθνικής ταυτότητας. Η θάλασσα δεν ήταν απλώς φυσικό σύνορο. Ήταν χώρος αγώνα, επικοινωνίας, επιβίωσης και ισχύος.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η σημαία με τις λωρίδες απέκτησε βαρύτερο συμβολικό φορτίο, γιατί εξέφραζε με μεγαλύτερη καθαρότητα τον χαρακτήρα της χώρας.
Γύρω από τη σημασία των χρωμάτων και των λωρίδων διαμορφώθηκαν με τον χρόνο πολλές ερμηνείες. Η πιο διαδεδομένη θέλει το κυανό να παραπέμπει στη θάλασσα και στον ουρανό, το λευκό στην καθαρότητα του Αγώνα και τις εννέα λωρίδες στις εννέα συλλαβές του συνθήματος «Ελευθερία ή Θάνατος».
Πρόκειται για έναν συμβολισμό βαθιά ριζωμένο στη λαϊκή συνείδηση, ο οποίος ωστόσο ιστορικά δεν έχει τεκμηριωθεί, αλλά δεν έχει καμία σημασία μιας και έχει αποκτήσει πλέον τη δική του βαρύτητα μέσα στον χρόνο και έχει ενσωματωθεί στη συλλογική μνήμη του έθνους.
Κατά τον 19ο και τον 20ό αιώνα, η ελληνική σημαία ακολούθησε τις μεταβολές της πολιτικής ιστορίας της χώρας.
Σε περιόδους βασιλείας εμφανιζόταν σε ορισμένες επίσημες εκδοχές της και το βασιλικό στέμμα. Όταν άλλαζε το πολίτευμα, το στοιχείο αυτό αφαιρούνταν. Παράλληλα, υπήρξαν διαφοροποιήσεις στις αποχρώσεις του κυανού και στις επιμέρους χρήσεις της σημαίας από στρατιωτικές ή κρατικές αρχές. Ο πυρήνας, όμως, παρέμεινε σταθερός, ο σταυρός, το κυανό και το λευκό συνέχισαν να συνθέτουν το βασικό εθνικό σύμβολο.
Η σημερινή μορφή της γαλανόλευκης καθιερώθηκε ως η μοναδική εθνική σημαία το 1978. Από αυτό το σημείο και μετά, η ριγωτή σημαία που είναι σήμερα αναγνωρίσιμη σε κάθε γωνιά του κόσμου έγινε η ενιαία δημόσια εικόνα της χώρας, στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. Αυτή ήταν η κατάληξη μιας μακράς ιστορικής διαδρομής, αλλά και η επικράτηση της μορφής που είχε ήδη αποκτήσει το μεγαλύτερο βάρος στη συνείδηση μας.
Αυτό ακριβώς εξηγεί γιατί η ελληνική σημαία παραμένει ισχυρό σύμβολο ακόμη και σε μια εποχή σύγχυσης, φθοράς και ιδεολογικής κατάχρησης. Δεν ανήκει ούτε σε εκείνους που την καίνε, ούτε σε εκείνους που την οικειοποιούνται, ούτε σε όσους επιχειρούν να τη μετατρέψουν σε κομματικό ή ιδεολογικό λάβαρο.
Η ελληνική σημαία δεν είναι ιδιοκτησία κανενός. Είναι το προϊόν μιας μακράς ιστορικής διαδρομής, που συνδέει τον Ελληνισμό, την Ορθοδοξία, την Επανάσταση, τη ναυτική ταυτότητα της χώρας και τη συγκρότηση του νεότερου ελληνικού κράτους.
Γι’ αυτό και κάθε 25η Μαρτίου το βάρος της είναι μεγαλύτερο από το τελετουργικό της ημέρας.
Δεν είναι απλώς το σύμβολο που κυματίζει στις παρελάσεις, στα σχολεία, στα δημόσια κτίρια και στα μπαλκόνια. Είναι το ορατό αποτύπωμα μιας ιστορικής συνέχειας που ξεκινά πριν από το 1821, περνά μέσα από τον Αγώνα της ανεξαρτησίας και φτάνει μέχρι το παρόν για να μας υπενθυμίζει κάτι απλό αλλά ουσιαστικό, ότι υπάρχουν σύμβολα τα οποία αντέχουν, όχι επειδή τα αφήσαμε ανέγγιχτα, αλλά επειδή είναι ισχυρότερα από τις στρεβλώσεις της εποχής.
Η σημαία μας, τελικά, δεν επιβίωσε επειδή την σεβαστήκαμε πάντοτε όπως της άξιζε. Επιβίωσε επειδή η ιστορία της είναι πολύ μεγαλύτερη και πολύ πιο δυνατή από τις προσβολές που δέχθηκε. Και εξακολουθεί να κυματίζει αγέρωχη, γιατί πίσω από το ύφασμα, τα χρώματα και τον σταυρό, υπάρχει ολόκληρη η διαδρομή ενός μικρού, αλλά περήφανου λαού.
Χρόνια Πολλά σε όλους.





