Μιλώντας στο συνέδριο Petersberger Summer Dialogue 2026, που πραγματοποιήθηκε στο Κένιγκσβιντερ της Γερμανίας, η Σνάμπελ υποστήριξε ότι, παρά τη βελτίωση του γεωπολιτικού κλίματος, οι κίνδυνοι για τον πληθωρισμό εξακολουθούν να είναι ανοδικοί.
Όπως ανέφερε, οι αυξήσεις στις τιμές των τροφίμων, των βιομηχανικών αγαθών και των υπηρεσιών εξακολουθούν να δημιουργούν σημαντικές πληθωριστικές πιέσεις, ενώ προειδοποίησε ότι το ενεργειακό σοκ μπορεί να μεταφερθεί σταδιακά σε ολόκληρη την οικονομία, επηρεάζοντας ευρύτερα το επίπεδο των τιμών.
Οι τοποθετήσεις της επιβεβαιώνουν τη στάση που είχε ήδη εκφράσει σε πρόσφατη συνέντευξή της, σύμφωνα με την οποία, με τα σημερινά δεδομένα, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα πιθανότατα θα χρειαστεί να προχωρήσει σε νέες αυξήσεις των επιτοκίων, προκειμένου ο πληθωρισμός να επιστρέψει με ασφάλεια στον μεσοπρόθεσμο στόχο του 2%.
Η εκεχειρία μειώνει τον κίνδυνο, όχι όμως την αβεβαιότητα
Η Σνάμπελ χαρακτήρισε θετική εξέλιξη την αποκλιμάκωση των τιμών της ενέργειας που ακολούθησε τη συμφωνία ειρήνης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, επισημαίνοντας ότι περιορίζει τον κίνδυνο ακραίων σεναρίων.
Ξεκαθάρισε, ωστόσο, ότι η εκεχειρία δεν δικαιολογεί εφησυχασμό.
«Η αβεβαιότητα εξακολουθεί να παραμένει σε υψηλά επίπεδα, αν και η συμφωνία ειρήνης καθιστά λιγότερο πιθανή την υλοποίηση των πιο δυσμενών σεναρίων», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Παράλληλα, εκτίμησε ότι οι τιμές του πετρελαίου δύσκολα θα επιστρέψουν σύντομα σε χαμηλά επίπεδα, καθώς η αποκατάσταση της ομαλής λειτουργίας στα Στενά του Ορμούζ θα πραγματοποιηθεί σταδιακά.
Στο τραπέζι νέα αύξηση επιτοκίων
Η Γερμανίδα κεντρική τραπεζίτης, η οποία θεωρείται από τις πλέον αυστηρές («hawkish») φωνές στο Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ, υποστήριξε ότι η νομισματική πολιτική θα πρέπει να παραμείνει περιοριστική όσο οι πληθωριστικές πιέσεις δεν υποχωρούν με βιώσιμο τρόπο.
Όπως σημείωσε, οι πληθωριστικές προσδοκίες των καταναλωτών έχουν αυξηθεί, γεγονός που αποτελεί παράγοντα ανησυχίας για την ΕΚΤ.
Αντίθετα, διευκρίνισε ότι μέχρι στιγμής δεν παρατηρούνται έντονες μισθολογικές πιέσεις που να δικαιολογούν πρόσθετες ανησυχίες για έναν μισθολογικό-πληθωριστικό κύκλο.
Το ενδιαφέρον πλέον στρέφεται στα προκαταρκτικά στοιχεία του πληθωρισμού της Ευρωζώνης, τα οποία αναμένονται την επόμενη εβδομάδα.
Σύμφωνα με έρευνα του Bloomberg, ο ετήσιος πληθωρισμός εκτιμάται ότι επιβραδύνθηκε τον Ιούνιο στο 3%, από 3,2% που είχε διαμορφωθεί τον Μάιο. Ωστόσο, ο δομικός πληθωρισμός —ο οποίος δεν περιλαμβάνει τις ευμετάβλητες τιμές της ενέργειας και των τροφίμων— προβλέπεται να διατηρηθεί στο 2,6%, επίπεδο σημαντικά υψηλότερο από τον στόχο του 2% που έχει θέσει η ΕΚΤ.
Υπενθυμίζεται ότι νωρίτερα μέσα στον μήνα η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα είχε ήδη προχωρήσει σε νέα αύξηση των επιτοκίων, κρίνοντας ότι οι επιπτώσεις του ενεργειακού σοκ δεν μπορούν πλέον να αγνοηθούν.
Οι εκτιμήσεις για την οικονομία της Ευρωζώνης
Στην παρουσίασή της, η Ιζαμπέλ Σνάμπελ αναφέρθηκε εκτενώς στις επιπτώσεις της ενεργειακής κρίσης, σημειώνοντας ότι η οικονομία της Ευρωζώνης επηρεάστηκε σημαντικά, αν και οι συνέπειες αποδείχθηκαν ηπιότερες σε σχέση με προηγούμενες μεγάλες πετρελαϊκές κρίσεις.
Σύμφωνα με τις επικαιροποιημένες προβολές των υπηρεσιών της ΕΚΤ, η σύγκρουση με το Ιράν οδηγεί σε χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης και υψηλότερο πληθωρισμό στην Ευρωζώνη.
Η αύξηση του ενεργειακού κόστους, όπως εξήγησε, περιορίζει την καταναλωτική εμπιστοσύνη και επιβραδύνει την ιδιωτική κατανάλωση, ενώ ταυτόχρονα δημιουργεί δευτερογενείς πληθωριστικές πιέσεις, οι οποίες ενισχύονται από τις συνεχιζόμενες δυσλειτουργίες στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες.
Παράλληλα, οι επιχειρήσεις μετακυλίουν μέρος του αυξημένου κόστους παραγωγής και των ακριβότερων πρώτων υλών στις τελικές τιμές των προϊόντων, εξέλιξη που είναι ιδιαίτερα εμφανής στον μεταποιητικό τομέα.
Ανθεκτική η οικονομία, αλλά αυξάνονται οι κίνδυνοι
Παρά τις δυσκολίες, η Σνάμπελ υπογράμμισε ότι η οικονομική δραστηριότητα εξακολουθεί να στηρίζεται στις δημόσιες επενδύσεις, αλλά και στη συνεχιζόμενη παγκόσμια ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης, η οποία δημιουργεί νέες επενδυτικές ευκαιρίες.
Την ίδια στιγμή, η αγορά εργασίας της Ευρωζώνης εξακολουθεί να εμφανίζει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα, παρά τη σταδιακή επιβράδυνση της ζήτησης για εργαζομένους και τη συνεχιζόμενη στενότητα στην προσφορά εργασίας.
Ωστόσο, η αξιωματούχος της ΕΚΤ έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου και για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, επισημαίνοντας ότι οι υψηλές αποτιμήσεις περιουσιακών στοιχείων υψηλού κινδύνου και η αυξανόμενη μόχλευση στο χρηματοπιστωτικό σύστημα δημιουργούν νέες πηγές κινδύνου για την ευρωπαϊκή οικονομία.



