Η συζήτηση για την παραγωγικότητα στην Ελλάδα είναι ένας μόνιμος γρίφος, καθώς παρότι οι εργαζόμενοι στη χώρα καταγράφουν σταθερά περισσότερες ώρες εργασίας ετησίως στην ΕΕ, η παραγωγή αξίας ανά εργάσιμη ώρα παραμένει χαμηλή.
Όπως δείχνουν σχετικά στοιχεία της Eurostat και του ΟΟΣΑ, η Ελλάδα βρίσκεται στις πρώτες θέσεις σε ώρες απασχόλησης ανά εργαζόμενο· ωστόσο, η κατά κεφαλήν παραγωγικότητα εργασίας υπολείπεται σημαντικά του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Σύμφωνα με το τελευταίο δελτίο οικονομικών εξελίξεων της Alpha Bank (Παρασκευή, 17/7) ένας εργαζόμενος σε μία μικρομεσαία επιχείρηση στην Ελλάδα παράγει κατά μέσο όρο μόλις το ¼ της αξίας που παράγει ένας εργαζόμενος σε μεγάλη επιχείρηση. Από τις εκτιμήσεις της Κομισιόν προκύπτει πως αυτό αποτελεί το χαμηλότερο ποσοστό της ΕΕ, με τον μέσο όρο του μπλοκ να ανέρχεται στο 60,9%.
Φαίνεται, λοιπόν, πως ο υψηλός αριθμός ΜμΕ που απασχολούν μεγάλο αριθμό εργαζομένων σε κλάδους με χαμηλή συχνά ένταση εργασίας αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες πίσω από την υστέρηση της Ελλάδας σε παραγωγικότητα έναντι της ΕΕ. Μία συνθήκη που παρουσιάζει πλέον διαφορές σε σχέση με τα χρόνια της κρίσης, κατά την οποία οι μικρότερες επιχειρήσεις είχαν αφήσει αποτύπωμα «διαρκείας» στην ελληνική οικονομία, λόγω των περιορισμένων παραγωγικών επενδύσεων.
Μικρομεσαίες επιχειρήσεις: Περισσότεροι εργαζόμενοι, χαμηλότερη παραγωγικότητα
Σύμφωνα με την ίδια μελέτη, σχεδόν ένας στους δύο εργαζομένους στην Ελλάδα (47,5%) απασχολείται σε πολύ μικρές επιχειρήσεις με λιγότερους των 10 υπαλλήλων συνολικά. Το πρόβλημα εδώ είναι πως τέτοιες επιχειρήσεις δυσκολεύονται κατά κανόνα να μειώσουν τα λειτουργικά τους κόστη και να επενδύσουν στις νέες τεχνολογίες.
Η απόσταση με την ΕΕ φανερώνεται από το γεγονός πως σε ευρωπαϊκό επίπεδο το αντίστοιχο ποσοστό (εργαζόμενοι σε πολύ μικρές επιχειρήσεις) αγγίζει το 30,4%. Μάλιστα, παρότι οι επιχειρήσεις αυτές στην Ελλάδα απασχολούν πολύ μεγαλύτερο μερίδιο εργαζομένων, παράγουν το 23,5% της Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας (ΑΠΑ), έναντι του 20,4% στην ΕΕ.
Στις μεγαλύτερες επιχειρήσεις η εικόνα αλλάζει: σε επιχειρήσεις με τουλάχιστον 250 εργαζομένους απασχολείται το 15,4% των Ελλήνων, αλλά η παραγωγικότητα που καταγράφεται είναι μεγαλύτερη, αφού παράγεται το 41,7% της ΑΠΑ.
Από την άλλη, στην ΕΕ η κατάσταση είναι πιο ισορροπημένη, με το μερίδιο απασχόλησης στις πολύ μεγάλες επιχειρήσει να αγγίζει το 36,3% και το ποσοστό ΑΠΑ να φτάνει στο 48,3%.
«Καύσιμο» της ελληνικής οικονομίας κλάδοι χαμηλής έντασης εργασίας
Η ελληνική οικονομία βασίζεται σε κλάδους που είναι χαμηλής έντασης εργασίας, όπως η εστίαση, το εμπόριο, οι μεταφορές και η διαμονή – κλάδοι που, όπως σημειώνεται στη μελέτη της Alpha Bank, παρουσιάζουν χαμηλότερη παραγωγικότητα.
Ενδεικτικά:
Ο τομέας των υπηρεσιών απασχολεί περίπου το 37% του συνόλου των εργαζομένων και παράγει περίπου το 25% της συνολικής ΑΠΑ.
Από την άλλη, στη βιομηχανία, όπου ο ανθρώπινος παράγοντας έρχεται σε δεύτερη θέση, απασχολείται περίπου το 9,5% των εργαζομένων και παράγεται το 15,2% της συνολικής ΑΠΑ. Παρουσιάζεται, μάλιστα, σημαντική βελτίωση τα τελευταία χρόνια.
Τα «αγκάθια» της ελληνικής οικονομίας
Ένας βασικός παράγοντας πίσω από την υστέρηση σε παραγωγικότητα σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο είναι και η μείωση παραγωγικών επενδύσεων κατά τη διάρκεια της κρίσης, συνθήκη που έχει μακροχρόνιες επιπτώσεις στην ελληνική οικονομία.
Σύμφωνα με το δελτίο της Alpha Bank, οι επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ ανέκαμψαν την τελευταία 5ετία, αγγίζοντας σχεδόν το 17% το 2025, ποσοστό οριακά υψηλότερο από εκείνο που είχε καταγραφεί το 2010. Στο ίδιο πλαίσιο, έχει ενισχυθεί το ποσοστό επενδύσεων σε κατηγορίες που θεωρούνται ιδιαίτερα παραγωγικές, όπως ο μηχανολογικός και τεχνολογικός εξοπλισμός.
Ωστόσο, όπως σημειώνεται σε πρόσφατη μελέτη του ΙΟΒΕ, η παραγωγικότητα στην Ελλάδα – παρά τη σημαντική ανάπτυξη των τελευταίων ετών – στην ουσία βρίσκεται ακόμη στα επίπεδα του 2000, με σημαντική απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο σε πλήθος κλάδων, όπως είναι ο πρωτογενής τομέας (τελευταία θέση στην ΕΕ των 27) και οι υπηρεσίες (19η θέση).
Στην ίδια μελέτη επισημαίνεται ακόμη πως ένας επιπρόσθετος παράγοντας πίσω από τη χαμηλή παραγωγικότητα είναι ότι η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας βασίστηκε κυρίως στην αύξηση της απασχόλησης και τη μείωση της ανεργίας, αλλά λιγότερο στη βελτίωση της παραγωγικότητας, πράγμα που περιορίζει τις δυνατότητες διατηρήσιμης αύξησης εισοδημάτων και μακροχρόνιας σύγκλισης με την Ευρώπη.
Η παραγωγικότητα «μοχλός» για υψηλότερους μισθούς
Η παραγωγικότητα και οι μισθοί είναι μεγέθη ανάλογα, με την ενίσχυση της πρώτης να θεωρείται βασική προϋπόθεση για τη διατηρήσιμη αύξηση του εισοδήματος και, άρα, τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων.
Ενδεικτικά:
- Περίοδος 2000 – 2008: Αύξηση παραγωγικότητας κατά 5,4% ετησίως και μέσου μισθού κατά 5,7% ετησίως.
- Περίοδος 2009 – 2016: Υποχώρηση της παραγωγικότητας κατά 3,4% λόγω της κρίσης και υποχώρηση των μισθών στο -3,9%.
- Περίοδος 2017 – 2024: Η παραγωγικότητα άρχισε πάλι να ανεβαίνει (+1,9%), πράγμα που συμπαρέσυρε και τους μισθούς (+1,5%).
«Η παραγωγικότητα δεν είναι τεχνικός δείκτης. Είναι εθνικός στόχος», είχε σημειώσει χαρακτηριστικά ο Σπύρος Θεοδωρόπουλος κατά την παρουσίαση της μελέτης του ΙΟΒΕ τον περασμένο Μάιο, τονίζοντας πως το διακύβευμα δεν είναι η εντατικοποίηση της εργασίας, αλλά η «δυνατότητας μίας οικονομίας να παράγει περισσότερη αξία με τους ίδιους πόρους».
«Για την χαμηλή παραγωγικότητα δεν ευθύνονται οι εργαζόμενοι. Ευθύνη έχουν τόσο οι επιχειρήσεις, όσο και η Πολιτεία», είχε τονίσει ο ίδιος, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για περισσότερες επενδύσεις, καινοτομία και αξιοποίηση της τεχνολογίας, αλλά και για τη δημιουργία ενός περιβάλλοντος από την πλευρά της Πολιτείας που θα στηρίζει την παραγωγή και θα ενθαρρύνει το επιχειρείν μέσω της ταχύτερης απονομής δικαιοσύνης και της μείωσης της γραφειοκρατίας.



