Ο εποχικά προσαρμοσμένος Δείκτης Υπευθύνων Προμηθειών (PMI) για τη μεταποίηση στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στις 54,4 μονάδες, έναντι 54,3 μονάδων τον Ιούλιο. Η παραμονή του δείκτη πάνω από το όριο των 50 μονάδων σηματοδοτεί βελτίωση των λειτουργικών συνθηκών στον μεταποιητικό κλάδο, ενώ η τελευταία μέτρηση αντιπροσωπεύει τη σημαντικότερη βελτίωση από τον Μάρτιο.
Επιταχύνθηκαν οι νέες παραγγελίες
Κύριος παράγοντας πίσω από τη βελτίωση των συνθηκών ήταν η επιτάχυνση της αύξησης των νέων παραγγελιών. Ο σχετικός ρυθμός ενισχύθηκε στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων πέντε μηνών, καθώς η ζήτηση από τους πελάτες αυξήθηκε.
Παράλληλα, οι νέες παραγγελίες από το εξωτερικό αυξήθηκαν για δεύτερο διαδοχικό μήνα. Ωστόσο, η άνοδος παρέμεινε οριακή.
Η ενίσχυση των νέων εργασιών συνέβαλε στην περαιτέρω αύξηση της παραγωγής στα ελληνικά εργοστάσια. Ο ρυθμός ανόδου, ωστόσο, ήταν χαμηλότερος σε σχέση με τον Ιούλιο και παρέμεινε σε μέτρια επίπεδα, καθώς οι ελλείψεις υλικών και τα προβλήματα στην εφοδιαστική αλυσίδα εξακολούθησαν να περιορίζουν την παραγωγική δραστηριότητα.
Ισχυρότερη αύξηση της απασχόλησης
Οι μεταποιητικές επιχειρήσεις προχώρησαν σε ενίσχυση του προσωπικού τους τον Αύγουστο, προκειμένου να ανταποκριθούν στις αυξημένες παραγωγικές ανάγκες.
Ο ρυθμός δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας επιταχύνθηκε και διαμορφώθηκε στο υψηλότερο επίπεδο από τον Μάιο του 2025. Η αύξηση της απασχόλησης χαρακτηρίστηκε γενικά έντονη και συνδέθηκε κυρίως με την ανάγκη κάλυψης των αυξημένων απαιτήσεων της παραγωγής.
Παρά την αύξηση του εργατικού δυναμικού, η ενίσχυση των νέων παραγγελιών και οι καθυστερήσεις στις παραδόσεις οδήγησαν σε νέα συσσώρευση ανεκτέλεστων εργασιών. Η αύξηση ήταν οριακή, αποτελώντας ωστόσο την πρώτη άνοδο των εκκρεμοτήτων μετά από τρεις μήνες.
Συνεχίζονται οι πιέσεις στην εφοδιαστική αλυσίδα
Τα προβλήματα στην προμήθεια υλικών και οι καθυστερήσεις στις παραδόσεις εξακολούθησαν να επηρεάζουν τη λειτουργία των ελληνικών μεταποιητικών επιχειρήσεων.
Οι χρόνοι παράδοσης των εισροών αυξήθηκαν τον Αύγουστο με τον ηπιότερο ρυθμό από τον Μάρτιο. Παρά τη βελτίωση, οι πιέσεις στην εφοδιαστική αλυσίδα παρέμειναν σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, με τις επιχειρήσεις να αναφέρουν, μεταξύ άλλων, προβλήματα στις οδικές μεταφορές.
Για να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες στην προμήθεια πρώτων υλών και άλλων εισροών, οι κατασκευαστές αύξησαν τις αγορές τους με τον ταχύτερο ρυθμό από τον Μάρτιο. Ωστόσο, οι καθυστερήσεις στις παραδόσεις είχαν ως αποτέλεσμα τα αποθέματα προμηθειών να καταγράψουν εκ νέου οριακή μείωση.
Αντίθετα, πιο αποτελεσματικές ήταν οι προσπάθειες δημιουργίας αποθεμάτων ασφαλείας τελικών προϊόντων. Τα αποθέματα ετοίμων προϊόντων αυξήθηκαν με τον ταχύτερο ρυθμό που έχει καταγραφεί από τον Ιούνιο του 2008.
Ανοδικά το κόστος εισροών, πιο συγκρατημένες οι τιμές πώλησης
Οι πληθωριστικές πιέσεις παρέμειναν έντονες στον ελληνικό μεταποιητικό κλάδο.
Ο ρυθμός αύξησης του κόστους εισροών επιταχύνθηκε τον Αύγουστο, καθώς οι επιχειρήσεις βρέθηκαν αντιμέτωπες με αυξημένες τιμές στην ενέργεια, τα καύσιμα και τα υλικά. Ιδιαίτερα αισθητή ήταν η επίδραση από προϊόντα που συνδέονται με το πετρέλαιο.
Την ίδια στιγμή, οι επιχειρήσεις περιόρισαν τον ρυθμό αύξησης των τιμών πώλησης, επιδιώκοντας να διατηρήσουν τη ζήτηση και να συνεχίσουν να προσελκύουν νέες παραγγελίες.
Ως αποτέλεσμα, ο ρυθμός αύξησης των τιμών εκροών διαμορφώθηκε στο χαμηλότερο επίπεδο από τον Φεβρουάριο. Παρά τη συγκράτηση, παρέμεινε σε ιστορικά υψηλά επίπεδα.
Η Siân Jones, επικεφαλής οικονομολόγος της S&P Global Market Intelligence, προειδοποιεί ότι οι νέες πιέσεις στο κόστος ενδέχεται να επιβαρύνουν τα περιθώρια κέρδους των επιχειρήσεων. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία της έρευνας, η επιτάχυνση του κόστους εισροών συνδυάστηκε με πιο αργή αύξηση των τιμών πώλησης.
Στο υψηλότερο επίπεδο από τον Ιανουάριο του 2024 η επιχειρηματική αισιοδοξία
Παρά τις πιέσεις στο κόστος και την εφοδιαστική αλυσίδα, το επιχειρηματικό κλίμα στον ελληνικό μεταποιητικό κλάδο βελτιώθηκε σημαντικά.
Η αισιοδοξία των κατασκευαστών για την παραγωγή του επόμενου έτους αυξήθηκε τον Αύγουστο στο υψηλότερο επίπεδο από τον Ιανουάριο του 2024, ξεπερνώντας παράλληλα τον μακροπρόθεσμο μέσο όρο της έρευνας.
Η ενίσχυση της εμπιστοσύνης αποδίδεται στην αύξηση των νέων παραγγελιών, στην προσέλκυση νέων πελατών, αλλά και στα επενδυτικά σχέδια των επιχειρήσεων, μεταξύ άλλων για νέες εγκαταστάσεις.
Στο μεταξύ, σύμφωνα με τις τελευταίες προβλέψεις της S&P Global Market Intelligence, ο πληθωρισμός στην Ελλάδα, με βάση τον Δείκτη Τιμών Καταναλωτή, αναμένεται να διαμορφωθεί στο 3,5% το 2026.



