• Γ.Δ.ΓΕΝ. ΔΕΙΚΤΗΣ0,000%
  • S&P 5000,000%
  • Nasdaq0,000%
  • FTSE 1000,000%
  • Nikkei 2250,000%
  • DAX0,000%
  • CAC 400,000%
  • €/$
  • €/£
  • BTC
Οι αιχμές Λαβρόφ και η συζήτηση περί ουδετερότητας
21:12 - 05 Φεβ 2026

Οι αιχμές Λαβρόφ και η συζήτηση περί ουδετερότητας

Τα πυρά που εξαπέλυσε ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ κατά της ελληνικής κυβέρνησης για τη στάση της στο Ουκρανικό, και τα οποία αναπαρήχθησαν από τη ρωσική πρεσβεία στην Αθήνα την Πέμπτη (5/2), επιβεβαιώνουν για ακόμη μία φορά ότι οι σχέσεις Αθήνας–Μόσχας βρίσκονται πιθανότατα στο χειρότερο δυνατό σημείο. Το ζητούμενο, βέβαια, είναι αν υπήρχε εναλλακτική προσέγγιση μετά τη μαζική ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022, η οποία συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Τι υποστήριξε ο Λαβρόφ

Συγκεκριμένα, ο επικεφαλής της ρωσικής διπλωματίας άσκησε δριμεία επίθεση στην ελληνική κυβέρνηση για το οπλικό υλικό που παρείχε στον ουκρανικό στρατό, υποστηρίζοντας ότι αυτό χρησιμοποιείται κατά Ελλήνων ομογενών στην Ουκρανία. Ο ισχυρισμός αυτός δεν συνοδεύτηκε από συγκεκριμένα στοιχεία. Κατηγόρησε ακόμη τη χώρα για ρωσοφοβία και έκανε λόγο για έναν «νεοφιλελεύθερο ευρωπαϊκό ολοκληρωτισμό». Ο έμπειρος Ρώσος υπουργός Εξωτερικών δήλωσε ακόμη ότι οι επιλογές της Αθήνας οδήγησαν στο τέλος μιας πολυετούς φιλίας μεταξύ των δύο χωρών. Φρόντισε, ωστόσο, να διαχωρίσει τις πολιτικές της κυβέρνησης από την ελληνική κοινωνία, παραπέμποντας σε δημοσκόπηση της Καθημερινής, σύμφωνα με την οποία το 72% τάσσεται υπέρ της ουδετερότητας.

Περί ουδετερότητας

Έχει ενδιαφέρον να εστιάσει κανείς στην έννοια της ουδετερότητας και στο γιατί η ελληνική κυβέρνηση ευθυγραμμίστηκε με τη γενικότερη ευρωπαϊκή και διατλαντική γραμμή στην αρχή της σύγκρουσης, το 2022. Ουδέτερα κράτη υπάρχουν και ορισμένα διατηρούν ακόμη αυτό το καθεστώς. Συνήθως πρόκειται για χώρες με μακρά παράδοση ουδετερότητας. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αποτελεί η Ελβετία, ενώ κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου ουδέτερη ήταν και η Αυστρία, η οποία προσχώρησε αργότερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Για τον λόγο αυτό, στα συγκεκριμένα κράτη στεγάζονται υπηρεσίες και εγκαταστάσεις των Ηνωμένων Εθνών. Άλλα κράτη με βαθιά παράδοση ουδετερότητας, από την οποία στη συνέχεια απομακρύνθηκαν, ήταν η Ιρλανδία (η οποία εξακολουθεί να μην είναι μέλος του ΝΑΤΟ), η Φινλανδία και η Σουηδία. Τα κράτη αυτά είχαν μία κοινή συνισταμένη στις αρχές του Ψυχρού Πολέμου: είτε διέθεταν γεωγραφική ασφάλεια είτε κατάφεραν να αναπτύξουν στην πορεία ισχυρές οικονομίες που μπορούσαν να στηρίξουν ένα ανθεκτικό κοινωνικό κράτος.

Η ελληνική περίπτωση

Αντίθετα, η Ελλάδα δεν διέθετε ούτε ευνοϊκή γεωγραφία, όντας ανάμεσα σε δύο ασταθείς ζώνες – τα Βαλκάνια και τη Μέση Ανατολή – ούτε είχε ποτέ την οικονομική ισχύ ώστε να είναι αυτάρκης και μη εξαρτημένη από εξωτερική βοήθεια. Οι τραγικές συγκυρίες του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου την ενέταξαν στο δυτικό στρατόπεδο. Παρ’ όλα αυτά, υπήρξε η χώρα του ΝΑΤΟ με τις περισσότερες επισκέψεις εκπροσώπων κρατών του πρώην ανατολικού μπλοκ κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Αυτό οφειλόταν στο γεγονός ότι, μετά την τραγωδία της Κύπρου το 1974, η ελληνική εξωτερική πολιτική δεν θεωρούσε τον κομμουνιστικό Βορρά ως την κύρια απειλή, αλλά την Τουρκία. Τα κατάλοιπα της χούντας άφησαν επίσης χώρο για την ανάπτυξη έντονου αντιαμερικανισμού, ο οποίος διατηρείται σε μεγάλο βαθμό έως σήμερα. Παρά ταύτα, η χώρα παρέμεινε και παραμένει στρατηγικά ευθυγραμμισμένη με τη Δύση.

Μετά την κατάρρευση του Τείχους του Βερολίνου, και παρά ορισμένες προσπάθειες και διεργασίες, δεν αναπτύχθηκε ποτέ μια στρατηγική σχέση Αθήνας–Μόσχας, αν και υπήρχαν παράγοντες που έβλεπαν θετικά αυτή την προοπτική. Αυτό οφειλόταν, προφανώς, στο γεγονός ότι μια τέτοια προσέγγιση θα προκαλούσε αντιδράσεις εντός του ΝΑΤΟ.

Πώς δικαιολόγησε τη στάση της η ελληνική κυβέρνηση

Η κυβέρνηση δικαιολόγησε τη στάση της στο Ουκρανικό ως ζήτημα αρχής: το Διεθνές Δίκαιο αντιτίθεται στη βίαιη αλλαγή συνόρων. Μια τέτοια αλλαγή θα δημιουργούσε σοβαρό ιστορικό και νομικό προηγούμενο για το Κυπριακό. Η Ρωσία ξεκίνησε την «ειδική στρατιωτική επιχείρηση», μεταξύ άλλων, υποστηρίζοντας ότι προστατεύει τους ρωσόφωνους πληθυσμούς. Αναλυτές επισημαίνουν ότι αντίστοιχο επιχείρημα θα μπορούσε να προβάλει η Τουρκία για τη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης. Επιπλέον, οι πιέσεις προς την κυβέρνηση για αποστολή όπλων ήταν και παραμένουν ισχυρές. Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, άλλωστε, υπήρξε πάντοτε ευθυγραμμισμένος με τη διατλαντική παράδοση. Συνεπώς, η στάση του δεν προκάλεσε έκπληξη, παρά την ύπαρξη επιφυλακτικών φωνών ακόμη και εντός του κόμματός του. Υπήρχαν, βεβαίως, και τα επιχειρήματα υπέρ του περιορισμού της ελληνικής συνδρομής σε ανθρωπιστική βοήθεια, η οποία έχει αναμφίβολα τη σημασία της. Ωστόσο η συγκεκριμένη στάση θα ερμηνευόταν ως ένα αδύναμο δείγμα στήριξης σε ένα αμυνόμενο κράτος, τουλάχιστον με τους όρους του 2022.

Τέλος, σε ό,τι αφορά τις δηλώσεις Λαβρόφ, υπάρχει ένα στοιχείο που αξίζει προσοχής: δεν γίνεται καμία αναφορά σε ενδεχόμενη αποστολή ελληνικών στρατευμάτων στην Ουκρανία στο πλαίσιο ειρηνευτικής δύναμης. Η απουσία αυτή φαίνεται να επιβεβαιώνει όσα έχουν επανειλημμένως δηλώσει κυβερνητικοί παράγοντες, ότι δηλαδή η Ελλάδα εξαιρετικά δύσκολα θα συμμετείχε σε μια τέτοια δύναμη – εφόσον αυτή συγκροτηθεί – κάτι που, όπως φαίνεται, είναι γνωστό και στη Μόσχα.

Τελευταία τροποποίηση στις 05/02/2026 - 22:41