• Γ.Δ.ΓΕΝ. ΔΕΙΚΤΗΣ0,000%
  • S&P 5000,000%
  • Nasdaq0,000%
  • FTSE 1000,000%
  • Nikkei 2250,000%
  • DAX0,000%
  • CAC 400,000%
  • €/$
  • €/£
  • BTC
Ουδετερότητα και γεωπολιτική: Το ελληνικό σταυροδρόμι στο Ουκρανικό
07:57 - 02 Σεπ 2025

Ουδετερότητα και γεωπολιτική: Το ελληνικό σταυροδρόμι στο Ουκρανικό

 Η στάση της Ελλάδας απέναντι στη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία έχει προκαλέσει έντονη πολιτική συζήτηση. Ανάμεσα σε πλήρη ταύτιση με τη Δύση και τις φωνές υπέρ μιας πιο ουδέτερης θέσης, αναδεικνύονται τα γεωπολιτικά, ιστορικά και θεσμικά διλήμματα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Πλέον, με το Ουκρανικό ζήτημα να οδηγείται σε αδιέξοδο, καθώς ο αμερικανικός παράγοντας επί Τραμπ έχει αποστασιοποιηθεί από την υποστηρικτική θέση επί Τζο Μπάιντεν, την αδιάλλακτη ρωσική στάση και το στρατηγικό κενό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το ζήτημα περί ελληνικής ουδετερότητας επανέρχεται έστω εμμέσως στο προσκήνιο.

Οι ιστορικοί γεωπολιτικοί συσχετισμοί όπως αναπτύχθηκαν μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου έφεραν την Ελλάδα στο ΝΑΤΟ και τη Δύση. Οι όποιες προσπάθειες να αποστασιοποιηθεί από το ΝΑΤΟ και τη Δύση συνολικά αποδείχθηκαν είτε προσωρινές είτε ανεδαφικές. Εξάλλου, σε αντίθεση για παράδειγμα με την Ιρλανδία και την Αυστρία, κράτη με μακρά παράδοση στη στρατιωτική ουδετερότητα, η κατάσταση είναι αρκετά πιο περίπλοκη ως προς τις σχέσεις καλής γειτονίας, ακόμη και μετά το πέρας του Ψυχρού Πολέμου.

Η στάση της κυβέρνησης Μητσοτάκη – Πλήρης ταύτιση με τη Δύση

Στην κυβέρνηση Μητσοτάκη ασκείται κριτική ότι ταυτίστηκε πλήρως με τη Δύση και ότι έπρεπε να πάρει μία πιο ουδέτερη θέση στο Ουκρανικό ζήτημα. Παρόλο που τα κόμματα που κυβέρνησαν στο παρελθόν – και όχι μόνο – καταδίκασαν άμεσα τη ρωσική εισβολή, ΣΥΡΙΖΑ και μετέπειτα και η Νέα Αριστερά επέμεναν ότι η απόφαση Μητσοτάκη για αποστολή στρατιωτικού υλικού στην Ουκρανία ήταν λανθασμένη και ότι «πάγωσε» τις ιστορικές σχέσεις Ελλάδας-Ρωσίας. Από την αντιπολίτευση, μόνο το ΠΑΣΟΚ έχει στηρίξει αποστολή όπλων στην αμυνόμενη Ουκρανία με την αιτιολογία ότι στον αναθεωρητισμό πρέπει να δοθεί η πιο ισχυρή δυνατή απάντηση.

Η κυβέρνηση δηλώνει σταθερά ότι τάσσεται με την πλευρά του αμυνόμενου και του διεθνούς δικαίου, αν και με το πέρασμα του χρόνου εκφράστηκαν και επιφυλάξεις εντός της ΝΔ αν λάβουμε υπόψη δηλώσεις του πρώην πρωθυπουργού Κώστα Καραμανλή, του αποπεμφθέντος Αντώνη Σαμαρά αλλά και του πρώην Προέδρου της Δημοκρατίας Προκόπη Παυλόπουλου, που κατά καιρούς έχει ζητήσει ελληνικό βέτο στις κυρώσεις αν δεν υπάρξει σαφής ευρωπαϊκή στήριξη στα ελληνοτουρκικά. Πρόσωπα από το περιβάλλον του πρωθυπουργού υποστηρίζουν πως δεν υπήρχε άλλη λύση από την πλήρη στήριξη, καθώς τετελεσμένα στην Ουκρανία θα μπορούσαν να δημιουργήσουν ιστορικό προηγούμενο για το Κυπριακό. Πιθανότατα η παροχή όπλων να ήταν μία κίνηση που έστελνε ένα έμμεσο μήνυμα στη Δύση ότι η Αθήνα κάνει τα μέγιστα όταν κάποιος δέχεται επίθεση και ότι προσβλέπει σε ανάλογη αντίδραση σε περίπτωση που η ίδια βρεθεί σε θέση άμυνας. Εξάλλου, ο πρωθυπουργός δεν έκρυψε ποτέ την πλήρη ταύτισή του με το δυτικό στρατόπεδο ΝΑΤΟ και ΕΕ, ενώ ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της πρώτης του θητείας επεδίωκε να καλλιεργεί ένα ευρωπαϊκό προφίλ. Η θέση του αυτή εκτιμήθηκε στις Βρυξέλλες και αρκετές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες στο ξεκίνημα της σύγκρουσης.

Στην κυβέρνηση ασκείται πάντως κριτική ότι δεν τήρησε ανάλογη αξιακή στάση για τα εγκλήματα πολέμου στη Γάζα.

Κριτική για το «πάγωμα» των ελληνορωσικών σχέσεων

Γενικότερα πάντως όσοι μιλούν περί πιο ουδέτερης στάσης δεν επεξηγούν συνήθως πώς ακριβώς θα όριζαν αυτό το πλαίσιο. ΣΥΡΙΖΑ και Νέα Αριστερά τονίζουν σταθερά ότι η Ελλάδα πρέπει να πάρει περισσότερο ειρηνευτικές πρωτοβουλίες και ασκούν κριτική στην κυβέρνηση για το οριστικό πάγωμα των «ιστορικών ελληνορωσικών σχέσεων». Πράγματι, οι σχέσεις θεωρούνται παγωμένες μετά την απόφαση της κυβέρνησης να απελάσει 12 Ρώσους διπλωμάτες τον Απρίλιο του 2022 στον απόηχο της εισβολής. Η πρεσβεία της Ελλάδας στη Μόσχα υπολειτουργεί, καθώς υπήρξαν απελάσεις Ελλήνων διπλωματών ως αντίποινα. Βέβαια απελάσεις Ρώσων διπλωματών είχαμε και επί κυβέρνηση Τσίπρα, όταν υπήρξε η υποψία υπόθαλψης της Συμφωνίας των Πρεσπών, που άνοιγε τον δρόμο για τη μετέπειτα ένταξη της Βόρειας Μακεδονίας στο ΝΑΤΟ. Υπενθυμίζεται πώς όταν ο Μητσοτάκης ανέλαβε την πρωθυπουργία προσπάθησε σε πρώτη φάση να αποκαταστήσει ως έναν βαθμό τις ελληνορωσικές σχέσεις, χωρίς να αμφισβητεί όμως τη δέσμευση της χώρας στη Δύση· ωστόσο η προσπάθεια αυτή ανακόπηκε μετά την έναρξη του πολέμου.

Από εκεί και πέρα έχει ενδιαφέρον να σταθεί κανείς στα επιχειρήματα που προβάλλονται ανά διαστήματα ως προς την πιο ουδέτερη θέση που θα έπρεπε να έχει η Ελλάδα. Το βασικό επιχείρημα των προοδευτικών κομμάτων περιορίζεται σε μεγάλο βαθμό στην αποστολή όπλων της Ελλάδας στην Ουκρανία. Υποστηρίζουν πως με αυτήν την κίνηση η Ελλάδα κινδυνεύει να βρεθεί σε απευθείας αντιπαράθεση με τη Μόσχα. Να σημειωθεί σε αυτό το σημείο ότι η Αθήνα έχει πιεστεί από τους Ευρωπαίους για μεγαλύτερες αποστολές όπλων. Μέχρι στιγμής θεωρείται από τους πιο μικρούς «δωρητές». Θεωρητικά πάντα η Ελλάδα θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει το επιχείρημα ότι η διαρκής ένταση με την Τουρκία δεν επιτρέπει την αποστολή ελληνικού οπλικού υλικού. Θα μπορούσε επίσης να υποστηρίξει ότι άλλα κράτη περιορίζονται σε μεγάλο βαθμό στην αποστολή ανθρωπιστικής βοήθειας.

Το εκκλησιαστικό ρήγμα που δυσκολεύει τον ρόλο μεσολάβησης

Μία άλλη ιδέα που συχνά αναφέρεται από πιο συντηρητικούς κύκλους είναι ότι η Ελλάδα, ως ομόδοξο έθνος με τη Ρωσία και την Ουκρανία, θα μπορούσε να λειτουργήσει διαμεσολαβητικά. Πρόκειται για έναν ισχυρισμό που εκ πρώτης όψεως ακούγεται λογικός· ωστόσο υπάρχουν βασικά ζητήματα τα οποία ουσιαστικά ακυρώνουν αυτήν την προοπτική.

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, το Πατριαρχείο Αλεξάνδρειας, καθώς και οι αυτοκέφαλες Εκκλησίες Ελλάδος και Κύπρου αναγνώρισαν το 2019 την αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ουκρανίας. Η εξέλιξη αυτή οδήγησε σε ψυχρότητα (αν και όχι πλήρη ρήξη) των σχέσεων με το Πατριαρχείο Μόσχας. Επιπλέον, υπάρχει μία ακόμη διαμάχη ανάμεσα στα Πατριαρχεία Αλεξάνδρειας και Μόσχας: εκείνη της παράλληλης ιεραρχικής δομής. Συγκεκριμένα, η Ρωσική Εκκλησία δεν αποδέχεται την ελληνορθόδοξη πρωτοκαθεδρία στην Αφρική, γεγονός που αμφισβητεί το Πατριαρχείο Αλεξάνδρειας και την κανονική του δικαιοδοσία, δημιουργώντας παράλληλες ιεραρχικές δομές στην αφρικανική ήπειρο. Επομένως, η μεσολάβηση με βάση το ορθόδοξο δόγμα δεν φαίνεται πρακτικά εφικτή.

Η σύγκριση με Τουρκία και το πρακτικό πρόβλημα για φιλοξενία ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων

Την ίδια στιγμή, έχουν γίνει αρκετές συγκρίσεις με την Τουρκία και τις «ίσες αποστάσεις» που τηρεί στη σύγκρουση, με αρκετούς (ανεδαφικούς εκ του αποτελέσματος) διαπραγματευτικούς γύρους Μόσχας-Κιέβου να έχουν πραγματοποιηθεί στην Κωνσταντινούπολη. Στην Τουρκία ωστόσο, καλώς ή κακώς αναγνωρίζεται ένας άλλος γεωστρατηγικός ρόλος έναντι της Ελλάδας, αρκετά μεγαλύτερος. Αυτό έχει να κάνει και με την οπλική της βιομηχανία, αλλά και με το γεγονός ότι αποτελεί τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό του ΝΑΤΟ. Επίσης, σε αντίθεση με την Ελλάδα η Τουρκία συνορεύει δια θαλάσσης απευθείας με τη Ρωσία και την Ουκρανία.

Από εκεί και πέρα, ως προς την προοπτική η Ελλάδα να φιλοξενούσε διαπραγματεύσεις των δύο πλευρών, υπάρχει ένα πρακτικό ζήτημα: αυτές ολοκληρώνονται με συνάντηση στο ανώτερο επίπεδο, δηλαδή Πούτιν-Ζελένσκι. Μόνο που για τον Πούτιν υπάρχει διεθνές ένταλμα σύλληψης λόγω εγκλημάτων πολέμου. Σε αντίθεση με την Τουρκία, η Ελλάδα αναγνωρίζει την κυριότητα του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου. Θα έπρεπε δηλαδή είτε να αγνοήσει το ένταλμα είτε να δώσει ασυλία στον Ρώσο ηγέτη, γεγονός που πάλι βέβαια θα υποβάθμιζε το κύρος του διεθνούς δικαίου, το οποίο επικαλείται η Αθήνα στην εξωτερική της πολιτική.

Συνοψίζοντας, το ζήτημα της στρατιωτικής και κατά επέκταση της πολιτικής ουδετερότητας είναι αρκετά περίπλοκο ως προς τον προσδιορισμό του, καθώς η ουδετερότητα εμφανίζει διαφορετικές εκφάνσεις και για την Ελλάδα υπάρχουν αρκετές δυσκολίες που δυσκολεύουν μία τέτοιου είδους προσέγγιση περισσότερο από άλλα κράτη.

Η πρόκληση Τραμπ

Ωστόσο, η πλήρης ταύτιση με τη Δύση υπήρξε την εποχή όπου πρόεδρος των ΗΠΑ ήταν ο Τζο Μπάιντεν, ένας παραδοσιακός υποστηρικτής των διατλαντικών σχέσεων. Τρισίμισι χρόνια μετά την έναρξη του πολέμου όμως στον Λευκό Οίκο είναι ο Ντόναλντ Τραμπ που ούτε στις διατλαντικές σχέσεις πιστεύει ούτε στην ενίσχυση της διεθνούς συνεργασίας. Ταυτόχρονα επιβάλλει στα ευρωπαϊκά κράτη τόσο αύξηση αμυντικών δαπανών όσο και το κόστος της ανοικοδόμησης και των εγγυήσεων ασφαλείας στην Ουκρανία, αν κι εφόσον προκύψει ειρήνη.

Σε αυτήν την περίπτωση η ελληνική κυβέρνηση, όποια και να είναι αυτή, θα κληθεί να επιλέξει πώς θα χειριστεί το ζήτημα πιθανής ελληνικής συμμετοχής στα ειρηνευτικά στρατεύματα στην μεταπολεμική Ουκρανία, εφόσον παρουσιαστεί κάποιο ευρωπαϊκό σχέδιο. Για την ώρα, κυβερνητικά στελέχη απορρίπτουν το συγκεκριμένο ενδεχόμενο, ωστόσο είναι δεδομένο πως θα υπάρξει ανάλογη πίεση από τους εταίρους στην Ευρωπαϊκή Ένωση καιτο ΝΑΤΟ για ελληνική συμμετοχή έστω σε περιορισμένο βαθμό. Σημειώνεται ότι ελληνικές εταιρείες φέρονται να διεκδικούν μερίδιο στις επενδύσεις που αφορούν την ανοικοδόμηση της Ουκρανίας σε περίπτωση επίτευξης ειρήνης ή εκεχειρίας. Δεν αποκλείεται η ενεργή συμμετοχή στις αμυντικές εγγυήσεις να συνδεθεί με κάποιον τρόπο με την ανάθεση έργων ανοικοδόμησης της Ουκρανίας.

Τελευταία τροποποίηση στις 12/09/2025 - 09:10