Αναλυτικότερα, σύμφωνα με τα σχετικά στοιχεία, οι οφειλέτες αυξήθηκαν τον τελευταίο μήνα σε 4.797.755 από 3.681.752, με τη φορολογική διοίκηση να κάνει λόγο για συγκυριακή αύξηση, λόγω της μη καταβολής του ΕΝΦΙΑ, προκειμένου οι υπόχρεοι να τον ρυθμίσουν σε περισσότερες δόσεις.
Την ίδια ώρα, τα νέα χρέη προς το Δημόσιο άγγιξαν τα 3 δισ. ευρώ στο τρίμηνο, παρουσιάζοντας αύξηση της τάξης των 900 εκατ. ευρώ σε σχέση με το πρώτο δίμηνο του έτους. Από το σύνολο, τα 2,8 δισ. ευρώ αφορούν σε απλήρωτους φόρους από φυσικά πρόσωπα και το υπόλοιπο ποσό προέρχεται από μη φορολογικά έσοδα.
Ακόμη κι αν εν μέρει η αύξηση των οφειλετών οφείλεται σε συγκυριακούς λόγους, είναι φανερό πως η οικονομική πίεση, το αυξημένο κόστος διαβίωσης και οι υψηλές τιμές αναγκάζουν πολλούς να μεταθέτουν τα χρέη τους προς την εφορία, προκειμένου να καλύψουν τρέχουσες και πιο επείγουσες ανάγκες. Στο πλαίσιο αυτό, το συνολικό ληξιπρόθεσμο χρέος προς την εφορία ανέρχεται πλέον στα 114,5 δισ. ευρώ, με τα 35,26 δισ. ευρώ αυτών να χαρακτηρίζονται ως ανεπίδεκτα είσπραξης, διαμορφώνοντας το πραγματικό εισπράξιμο χρέος στα 79,25 δισ. ευρώ.
Η κατανομή δείχνει πως τα φυσικά πρόσωπα συγκεντρώνουν το μικρότερο ποσοστό του συνολικού χρέους (38,01% ήτοι 43,5 δισ. ευρώ, ενώ τα νομικά πρόσωπα το μεγαλύτερο (61,9%). Ακόμη, οι μικρότερες οφειλές αφορούν κυρίως ιδιώτες (το 98% των οφειλών κάτω των 50 ευρώ και το 88% των οφειλών μέχρι 10.000 ευρώ), ενώ όσο αυξάνονται τα οφειλόμενα ποσά τόσο περισσότερο μπαίνουν κι οι επιχειρήσεις στο «κάδρο».
Σημειώνεται πως μόλις το 6,65% των ληξιπρόθεσμων χρεών βρίσκεται σήμερα σε διακανονισμό, ποσοστό που αντιστοιχεί περίπου σε 5,26 δισ. ευρώ.
Στόχος η είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών
Η είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών αποτελεί για το τρέχον έτος κύριο στόχο της ΑΑΔΕ, με την Αρχή να θεωρεί πως μεταξύ των οφειλετών συμπεριλαμβάνονται και όσοι έχουν δυνατότητα αποπληρωμής, αλλά αμελούν τις υποχρεώσεις τους.
Σύμφωνα με το Επιχειρησιακό Πλάνο του 2026, η ΑΑΔΕ στοχεύει ανάμεσα σε άλλα:
(α) το δημόσιο να εισπράξει τουλάχιστον 3,2 δισ. ευρώ έναντι παλαιών ληξιπρόθεσμων οφειλών και 1,5 δισ. ευρώ έναντι παλαιών ληξιπρόθεσμων οφειλών στην κατηγορία του ΦΠΑ.
(β) η Επιχειρησιακή Μονάδα Είσπραξης (ΕΜΕΙΣ) να εισπράξει 850 εκατ. ευρώ από μεγάλους οφειλέτες μέσω στοχευμένων δράσεων
(γ) να εισπραχθούν 28 εκατ. ευρώ έναντι των συνολικών ληξιπρόθεσμων οφειλών προς την Τελωνειακή Διοίκηση
(δ) να γίνει επεξεργασία αιτήσεων αναδιάρθρωσης οφειλών Εξωδικαστικού Μηχανισμού ν.4469/2017 και ν.4738/2020 σε ποσοστό τουλάχιστον 90%
(ε) να αξιολογηθούν οι οφειλέτες με ληξιπρόθεσμες οφειλές σε περιοδική βάση και να γίνει επαναξιολόγηση τουλάχιστον του 70% των υποθέσεων των μεγάλων οφειλετών για τα τελευταία 5 έτη
Στο «στόχαστρο» της ΑΑΔΕ οι «συνήθεις ύποπτοι»
Ακόμη, η ΑΑΔΕ έχει το βλέμμα της καρφωμένο στους επαγγελματικούς κλάδους που συνήθως εντοπίζονται τα μεγαλύτερα ποσοστά φοροδιαφυγής, σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ δηλωθέντων εισοδημάτων και πραγματικών δαπανών, αλλά και φαινόμενα αδήλωτης οικονομικής δραστηριότητας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΑΑΔΕ, το ποσοστό παραβατικότητας στους φορολογικούς ελέγχους το 2025 διαμορφώθηκε στο 29,7%, αυξημένο κατά 2,6 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2024, οπότε είχε διαμορφωθεί στο 27,1%.
Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, το 2025 διενεργήθηκαν 47.602 μερικοί επιτόπιοι έλεγχοι πρόληψης από τις Φορολογικές Ελεγκτικές Υπηρεσίες, αριθμός αισθητά υψηλότερος από τον ετήσιο στόχο των 25.400 ελέγχων, αλλά χαμηλότερος σε σύγκριση με τους 56.654 ελέγχους του 2024. Από τους ελέγχους αυτούς, σε 11.146 περιπτώσεις εντοπίστηκε τουλάχιστον μία παράβαση, ενώ το συνολικό πλήθος των παραβάσεων ανήλθε στις 178.718.
Από τους ελέγχους που διενεργήθηκαν, οι 22.020 πραγματοποιήθηκαν σε επιχειρήσεις εστίασης και 11.149 σε επιχειρήσεις λιανικού εμπορίου, εξαιρουμένου του εμπορίου μηχανοκίνητων οχημάτων και μοτοσικλετών. Η μέση παραβατικότητα που εντοπίστηκε ανήλθε στο 32,4% στον κλάδο της εστίασης και στο 29,3% στο λιανικό εμπόριο, επιβεβαιώνοντας ότι οι δύο αυτοί τομείς εξακολουθούν να βρίσκονται συστηματικά στο επίκεντρο των ελεγκτικών μηχανισμών.
Οι «πρωταγωνιστές» της φοροδιαφυγής
Στην κορυφή της λίστας των κλάδων με τη μεγαλύτερη φοροδιαφυγή βρίσκεται το λιανικό και χονδρικό εμπόριο στον τομέα επισκευής μηχανοκίνητων οχημάτων και μοτοσικλετών (61%), ενώ ακολουθούν οι χερσαίες μεταφορές και οι μεταφορές μέσω αγωγών (58,1%), οι δραστηριότητες ενοικίασης και εκμίσθωσης (56,2%) και οι δραστηριότητες ανθρώπινης υγείας (54%).
Υψηλά ποσοστά καταγράφονται και σε άλλες δραστηριότητες παροχής προσωπικών υπηρεσιών (50,3%), στη φυτική και ζωική παραγωγή, θήρα και συναφείς δραστηριότητες (40,8%), καθώς και στο χονδρικό εμπόριο (33,9%), ενώ ακολουθούν οι υπηρεσίες εστίασης (32,4%) και τα καταλύματα (31,6%). Στο λιανικό εμπόριο, η παραβατικότητα ως προς την αθέτηση των φορολογικών υποχρεώσεων αγγίζει το 29,3% και στη βιομηχανία τροφίμων το 28,8%, ενώ χαμηλότερα κινούνται οι λοιποί γενικοί τομείς (19,1%).
Στην Πάτρα και τον Πειραιά τα υψηλότερα ποσοστά παραβατικότητας
Σε επίπεδο Φορολογικών Περιφερειών, η Θεσσαλονίκη κατέγραψε τον μεγαλύτερο αριθμό ελέγχων, ενώ οι Περιφέρειες Πατρών και Πειραιά εμφάνισαν τα υψηλότερα ποσοστά παραβατικότητας, ιδίως στους ελέγχους εκτός χωρικής αρμοδιότητας, με 36,27% και 34,93% αντίστοιχα.
Σε επίπεδο διοικητικών περιφερειών, η Δυτική Ελλάδα αναδείχθηκε στην περιοχή με το υψηλότερο ποσοστό εντοπισθείσας παραβατικότητας, το οποίο έφθασε το 39,9% σε 3.246 ελέγχους. Ακολούθησαν η Πελοπόννησος με 39,6% σε 3.680 ελέγχους και η Θεσσαλία με 38,2% σε 2.976 ελέγχους. Στον αντίποδα, η χαμηλότερη παραβατικότητα εντοπίστηκε στη Δυτική Μακεδονία, όπου καταγράφηκε ποσοστό 24,9% σε 1.339 ελέγχους.
Κυρώσεις και αναστολή λειτουργίας επιχειρήσεων
Στο σκέλος των κυρώσεων, οι ελεγκτικές αρχές προχώρησαν το 2025 στην αναστολή λειτουργίας 680 επαγγελματικών εγκαταστάσεων και στην επιβολή ειδικής χρηματικής κύρωσης σε 293 επιχειρήσεις.
Το μεγαλύτερο ποσοστό αναστολών λειτουργίας επιβλήθηκε σε επιχειρήσεις εστίασης, οι οποίες συγκέντρωσαν το 40,44% των σχετικών κυρώσεων. Ακολούθησαν οι επιχειρήσεις φυτικής και ζωικής παραγωγής με 33,68% και το λιανικό εμπόριο με 9%, ενώ το υπόλοιπο 16% αφορούσε λοιπούς κλάδους.



