Η αμερικανική τράπεζα διατηρεί σύσταση «αγοράς» για τη μετοχή, με τιμή στόχο τα 22,60 ευρώ, έναντι 19,75 ευρώ στις 15 Μαΐου, εκτιμώντας συνολική προσδοκώμενη απόδοση 18,5%, στην οποία προστίθεται και μερισματική απόδοση 4,1%.
Σύμφωνα με την ανάλυση, το βασικό σημείο προσοχής της αγοράς δεν αφορά πλέον την κάλυψη της έκδοσης, αλλά την τελική τιμή διάθεσης και την κατανομή των νέων μετοχών. Η αύξηση πραγματοποιείται μέσω συνδυασμένης δημόσιας προσφοράς στην Ελλάδα και θεσμικής τοποθέτησης, με περίπου 15% να κατευθύνεται σε ιδιώτες επενδυτές και 85% σε θεσμικούς.
Η Citi σημειώνει ότι υπάρχει πιθανότητα το μέγεθος της έκδοσης να αυξηθεί οριακά στα 4,2–4,3 δισ. ευρώ, κυρίως μέσω αξιοποίησης ιδίων μετοχών που αντιστοιχούν σε περίπου 6% του μετοχικού κεφαλαίου.
Ισχυρή στήριξη στη συναλλαγή παρέχουν το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο αναμένεται να διατηρήσει ποσοστό 33,4%, καθώς και η CVC, που έχει δεσμευτεί για συμμετοχή 1,2 δισ. ευρώ. Παράλληλα, καταγράφεται πρόσθετο ενδιαφέρον από θεσμικούς επενδυτές, με τη συνολική ζήτηση να εκτιμάται –βάσει δημοσιευμάτων– σε περίπου 10 δισ. ευρώ, έναντι συναλλαγής 4 δισ., γεγονός που αντιστοιχεί σε κάλυψη περίπου 2,5 φορές.
Κομβικό ζήτημα για τη βραχυπρόθεσμη πορεία της μετοχής αποτελεί το εύρος τιμολόγησης. Η ανώτατη τιμή έχει οριστεί στα 19,75 ευρώ, ωστόσο η Citi εκτιμά ότι η τελική τιμή ενδέχεται να διαμορφωθεί στην περιοχή των 18 έως 19 ευρώ, με μικρή έκπτωση σε σχέση με τα πρόσφατα επίπεδα διαπραγμάτευσης.
Κατά την τράπεζα, μια τέτοια προσαρμογή θα μπορούσε να ενισχύσει τη ζήτηση και να διευρύνει τη συμμετοχή επενδυτών, ενώ παράλληλα να στηρίξει τη μεταγενέστερη πορεία της μετοχής. Ωστόσο, επισημαίνεται ότι κατά τη διάρκεια της διαδικασίας του βιβλίου προσφορών είναι πιθανές βραχυπρόθεσμες διακυμάνσεις.
Το χρονοδιάγραμμα της συναλλαγής παραμένει ιδιαίτερα συμπιεσμένο: το βιβλίο προσφορών θα διαρκέσει από 18 έως 20 Μαΐου, η τιμολόγηση αναμένεται στις 21 Μαΐου, ο διακανονισμός στις 25 Μαΐου και η έναρξη διαπραγμάτευσης των νέων μετοχών στις 26 Μαΐου.
Σε επίπεδο αποτίμησης, η Citi εφαρμόζει μεθοδολογία sum-of-the-parts, λαμβάνοντας υπόψη διαφορετική προσέγγιση για κάθε δραστηριότητα του ομίλου. Οι ΑΠΕ αποτιμώνται μέσω προεξοφλημένων ταμειακών ροών με κόστος κεφαλαίου περίπου 7%, η διανομή στη ρυθμιζόμενη βάση περιουσιακών στοιχείων, ενώ οι υπόλοιπες δραστηριότητες με διαφορετικούς πολλαπλασιαστές. Για τα κέντρα δεδομένων, η εκτιμώμενη δημιουργία αξίας ανέρχεται σε 0,6 εκατ. ευρώ ανά μεγαβάτ επένδυσης.
Τέλος, η Citi επισημαίνει ότι οι βασικοί κίνδυνοι για τη μετοχή σχετίζονται με το ρυθμιστικό πλαίσιο, τις διακυμάνσεις στις τιμές ενέργειας, το μακροοικονομικό περιβάλλον, καθώς και την εκτέλεση του αναπτυξιακού σχεδίου μετά το 2028, όταν η ανάπτυξη θα εξαρτάται περισσότερο από νέα έργα και διεθνή επέκταση.



